Υπάρχουν ποδοσφαιρικές επιτυχίες που γράφουν ιστορία και υπάρχουν κι εκείνες που μοιάζουν να αψηφούν κάθε λογική. Αυτό που πέτυχε η Εθνική Ελλάδας το καλοκαίρι του 2004 ανήκει ξεκάθαρα και στις δύο κατηγορίες…

Είκοσι δύο χρόνια μετά, κανείς δεν μπορεί να δώσει μια απόλυτα λογική εξήγηση για το πώς μια ομάδα που ταξίδεψε στην Πορτογαλία με μοναδικό στόχο μια αξιοπρεπή παρουσία επέστρεψε ως πρωταθλήτρια Ευρώπης. Ίσως γιατί δεν υπάρχει. Ίσως γιατί ορισμένες ιστορίες είναι γραφτό να μένουν για πάντα… παραμύθια.

Η Ελλάδα δεν είχε παράδοση στις μεγάλες διοργανώσεις. Η μοναδική προηγούμενη συμμετοχή της σε τελικά Παγκοσμίου Κυπέλλου, το 1994, είχε εξελιχθεί σε εφιάλτη. Το Euro του 2004 δεν ξεκινούσε με όνειρα για τίτλο. Αντίθετα, οι περισσότεροι θα θεωρούσαν επιτυχία μια νίκη ή μια πρόκριση από τον όμιλο.

Κι όμως, από το πρώτο κιόλας παιχνίδι απέναντι στην οικοδέσποινα Πορτογαλία άρχισε να αλλάζει η ιστορία. Η νίκη στην πρεμιέρα αντιμετωπίστηκε αρχικά ως έκπληξη. Η ισοπαλία με την Ισπανία απέδειξε ότι δεν ήταν σύμπτωση. Η ήττα από τη Ρωσία δεν ανέκοψε την πορεία και ο θρίαμβος επί της πρωταθλήτριας Ευρώπης Γαλλίας έκανε τους Έλληνες να πιστέψουν ότι τίποτα δεν ήταν αδύνατο.

Λίγοι γνωρίζουν ότι η νοοτροπία εκείνης της ομάδας είχε αλλάξει πολλούς μήνες πριν από το Euro. Ο Θοδωρής Ζαγοράκης μετά τη λήξη του τελευταίου φιλικού πριν από το τουρνουά της Πορτογαλίας και την ήττα από την Ολλανδία με 4-0  ανέλαβε δράση ως αρχηγός και είπε το επικό “Μ@λ@κες, μη ξεφτιλιστούμε, τώρα που θα πάμε εκεί το νου σας ρεμάλια”… Η φράση αυτή έγινε κάτι σαν σύνθημα στα αποδυτήρια. Πριν από κάθε παιχνίδι της τελικής φάσης, ο αρχηγός την επαναλάμβανε, όχι από φόβο, αλλά για να κρατά όλους προσγειωμένους. Έγινε το δικό τους γούρι.

Η πρόκριση επί της Τσεχίας με το “ασημένιο” γκολ του Τραϊανού Δέλλα έκανε την Ελλάδα να πιστέψει ότι το αδύνατο ήταν πλέον εφικτό. Απέμενε μόνο ένα παιχνίδι. Ξανά απέναντι στην Πορτογαλία. Ξανά μέσα στο σπίτι της. Το γκολ του Άγγελου Χαριστέα στο 57ο λεπτό έχει προβληθεί αμέτρητες φορές. Εκείνη η κεφαλιά έκρινε έναν τελικό, αλλά κυρίως άλλαξε την ιστορία του ελληνικού ποδοσφαίρου. Μέχρι το τελευταίο σφύριγμα του Μάρκους Μερκ, η Ελλάδα κράτησε όρθιο το μεγαλύτερο όνειρο που είχε κάνει ποτέ. Όταν ο διαιτητής ολοκλήρωσε τον αγώνα, οι δρόμοι σε κάθε γωνιά της χώρας πλημμύρισαν από κόσμο. Ήταν μια βραδιά που ένωσε γενιές, όπως είχε συμβεί το 1987 με την Εθνική μπάσκετ. Το τρόπαιο στα χέρια του Θοδωρή Ζαγοράκη, του πολυτιμότερου ποδοσφαιριστή της διοργάνωσης, έγινε μια εικόνα που πέρασε οριστικά στην ελληνική αθλητική ιστορία.

Και όμως, πίσω από τη λάμψη του τροπαίου υπήρχε μια πραγματικότητα που σήμερα μοιάζει απίστευτη. Η ελληνική αποστολή δεν είχε το επιτελείο που διαθέτουν πλέον οι μεγάλες εθνικές ομάδες. Ο Γιάννης Τοπαλίδης δεν ήταν μόνο ο άμεσος συνεργάτης του Ότο Ρεχάγκελ. Ήταν και ο άνθρωπος που μετέφραζε κάθε οδηγία του Γερμανού προπονητή, συμμετείχε στην ανάλυση των αντιπάλων, οργάνωνε λεπτομέρειες της καθημερινότητας και βρισκόταν παντού όπου υπήρχε ανάγκη. Κυριολεκτικά έκανε… τα πάντα!

Ακόμη πιο απίστευτο είναι ότι η πρωταθλήτρια Ευρώπης δεν είχε καν προπονητή τερματοφυλάκων. Ο τρίτος γκολκίπερ της αποστολής, ο Φάνης Κατεργιαννάκης, βοηθούσε καθημερινά στις προπονήσεις τους Αντώνη Νικοπολίδη και Κώστα Χαλκιά, αναλαμβάνοντας έναν ρόλο που στις υπόλοιπες εθνικές ομάδες είχε εξειδικευμένο μέλος του τεχνικού επιτελείου. Αυτές οι λεπτομέρειες δείχνουν πόσο διαφορετική ήταν εκείνη η ομάδα. Δεν στηρίχθηκε στην πολυτέλεια ούτε στην οργάνωση που θεωρείται σήμερα απαραίτητη. Στηρίχθηκε στην εμπιστοσύνη, στη χημεία και στην απόλυτη πίστη ότι όλοι υπηρετούσαν τον ίδιο σκοπό.

Κανείς δεν ξεχνά τον τιμωρημένο Γιώργο Καραγκούνη να ζει τον τελικό σαν να αγωνιζόταν, το μπλουζάκι του Χαριστέα στον πανηγυρισμό, τη σιγουριά που ενέπνεε ο Αντώνης Νικοπολίδης κάτω από τα δοκάρια, τον Τζίμι Τζαμπ που εισέβαλε στον αγωνιστικό χώρο, τα δάκρυα του 19χρονου Κριστιάνο Ρονάλντο, τον Εουσέμπιο στην απονομή, αλλά και τις φωνές των Ελλήνων δημοσιογράφων που έγιναν κομμάτι της ιστορίας εκείνης της βραδιάς.

Όπως δεν ξεχνιούνται οι προσωπικές θυσίες. Ο Μιχάλης Καψής έχασε τον γάμο της αδελφής του επειδή η Εθνική συνέχιζε να προχωρά στη διοργάνωση. Ο Τάκης Φύσσας ανέβαλε τον δικό του γάμο, σαν να είχε προαισθανθεί ότι εκείνο το καλοκαίρι δεν θα έμοιαζε με κανένα άλλο.

Τα χρόνια πέρασαν. Οι πρωταγωνιστές αποσύρθηκαν, οι περισσότεροι άσπρισαν, το ελληνικό ποδόσφαιρο γνώρισε δύσκολες εποχές και η Εθνική χρειάστηκε να περιμένει αρκετά για να ξαναβρεί την αισιοδοξία της.

Η νέα γενιά του Ιβάν Γιοβάνοβιτς δείχνει ότι μπορεί να χτίσει κάτι όμορφο, όμως το κατόρθωμα του 2004 εξακολουθεί να μοιάζει ανεπανάληπτο.

Γιατί τελικά το Euro δεν κατακτήθηκε μόνο με τα γκολ του Χαριστέα, τις αποκρούσεις του Νικοπολίδη ή την τακτική ιδιοφυΐα του Ότο Ρεχάγκελ.

Κατακτήθηκε από μια παρέα ανθρώπων που αρνήθηκε να πιστέψει ότι υπάρχουν όρια στα όνειρα.

Και ίσως γι’ αυτό, είκοσι δύο χρόνια αργότερα, το καλοκαίρι του 2004 δεν αποτελεί απλώς μια όμορφη ανάμνηση.

Παραμένει το μεγαλύτερο θαύμα που γνώρισε ποτέ το ελληνικό και παγκόσμιο ποδόσφαιρο!

ΚΑΙ ΟΙ 23 ΗΤΑΝ ΥΠΕΡΟΧΟΙ!


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *