Η κρύα ενηλικίωση, η ηρεμία ενός τσιγάρου και μιας βότκας, η Ντιναμό, η άνοδος, η πτώση αλλά και η απαθανάτιση της μαύρης αράχνης στον κόσμο του ποδοσφαίρου. Η ιστορία του θρυλικού Λεβ Γιασίν, του βασιλιά της σκόνης. Του ανθρώπου που άλλαξε την θέση του τερματοφύλακα.
«Εγώ ο μικρός ο αμνός του θεού
Ξεχασμένος στο νότο γεννημένος αλλού
Ξέρω πάντα η Τροία θα ‘ναι μίλια μακριά
Κι η ωραία Ελένη θα ‘ναι τώρα γριά»
Όταν ο Παύλος Παυλίδης έγραψε το «Ο Βασιλιάς Της Σκόνης», είναι πολύ πιθανό να μην ήθελε να εννοηθεί κάτι συγκεκριμένο από τους στίχους ή να αναφερθεί σε ένα συγκεκριμένο πρόσωπο, πόσο μάλλον σε μια φιγούρα σαν εκείνον. Κι όμως, όσο το σκέφτομαι περισσότερο, τόσο πιο πολύ του ταιριάζει.
Τον ονόμασα βασιλιά της σκόνης λοιπόν, όχι μόνο επειδή μου φάνηκε πρωτότυπο να αποκαλέσεις έτσι τον συγκεκριμένο, αλλά επειδή πιστεύω πως και ο ίδιος, όταν κάθισε σπίτι του πρώτη φορά αφού είχε χάσει το ένα του πόδι, ανακαλώντας την καριέρα του, θεωρούσε τον εαυτό του έτσι.
Σαν σήμερα πριν 36 χρόνια, ο Λέβ Γιασίν έφυγε από την ζωή. Και αυτός εδώ, είναι ο μύθος του.
Tα πρώτα χρόνια (1929-1943):

Είναι η κλασική αρχή ενός ήρωα, όπου οι συνθήκες είναι πάντα δύσκολες.
Γεννημένος στις 22 Οκτωβρίου του 1929, ο Γιασίν ήταν ο γιός βιομηχανικών εργατών. Οι γονείς του ήταν πολύ φτωχοί, κάτι που τους ανάγκασε να μοιράζονται το μικρό τους διαμέρισμα με μια άλλη οικογένεια. Σε ηλικία έξι χρονών, ο Γιασίν έχασε την μητέρα του από σοβαρή αρρώστια, ενώ όταν έγινε 12 ετών, το καλοκαίρι του 1942 κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, άρχισε να δουλεύει ως βοηθός σε εργαστήριο μετάλλου.
Είχε ως στόχο ένα και μόνο πράγμα όπως και όλοι οι υπόλοιποι εργάτες. Την στήριξη της πατρίδας του στον πόλεμο. Αυτή η προσπάθεια στήριξης μέσα από την δουλειά στο εργοστάσιο ήταν και η υπεύθυνη για την δημιουργία της συνήθειας του να καπνίζει από μόλις τα 11 του χρόνια.
Ο νεαρός τότε Γιασίν ήταν πολύ φυσιολογικό να θέλει να ξεφεύγει από αυτήν την καθημερινότητα. Την διαφυγή αυτήν του την πρόσφερε μια μπάλα φτιαγμένη από κουρέλια και δεμένη με σχοινιά. Έπαιζε συχνά ποδόσφαιρο με άλλους νέους της γειτονιάς ή συναδέλφους από το εργοστάσιο. Συνήθιζε να ξεκινάει στην κορυφή της επίθεσης, αλλά λόγω του ύψους του και της τρομερής του σωματικής κατάστασης που είχε αποκτήσει από διάφορα άλλα αθλήματα όπως η πυγμαχία, κατέβαινε σταδιακά χαμηλότερα στο “σχήμα”. Έπαιζε κέντρο, μετά έκανε τον αμυντικό, ώσπου έφτασε στην θέση του τερματοφύλακα.
Παράλληλα, ο Γιασίν έπαιζε και επαγγελματικό χόκεϊ για την ομάδα του εργοστασίου, ένα άθλημα στο οποίο αναγκάστηκε να προστατεύει ξανά δύο δοκάρια.
Για την ιστορία, ήταν πιο εύκολο να παίξεις σε επαγγελματικό επίπεδο στο χόκεϊ από ότι στο ποδόσφαιρο. Και ο Γιασίν χρειαζόταν τα λεφτά. Κέρδισε μάλιστα και ένα πρωτάθλημα.
Έτσι, κατάφερε να οξύνει την αντίληψη των ματιών του αλλά και να αποκτήσει αντανακλαστική ταυτότητα λόγω της θέσης του τερματοφύλακα που έπαιζε.
Η “Μαύρη Αράχνη”, όπως θα τον ονόμαζαν μετά, είχε μόλις κάνει τα πρώτα της βήματα.
Η αρχή του μύθου (1944-1952):

Το πρώτο μεταπολεμικό τουρνουά ποδοσφαίρου της Σοβιετικής Ένωσης το 1944 έφερε πίσω τον Γιασίν. Μόλις στα 16 του χρόνια, ένας τελείως διαφορετικός άνθρωπος πλέον, έπαιξε στην ομάδα νέων του εργοστασίου με σκοπό να αντικαταστήσει τον βασικό τερματοφύλακα της ομάδας.
Παρουσιάστηκε πρώτη φορά στην ομάδα, ντυμένος από κάτω μέχρι πάνω με μαύρα και μια τραγιάσκα στο κεφάλι του. Οι συμπαίχτες του, με δεδομένο ότι η εμφάνισή του ήταν περίεργη για την εποχή εκείνη, τον κοίταξαν περίεργα. Ο Γιασίν από την άλλη, δεν είχε ως στόχο να εντυπωσιάσει κανέναν. Ήθελε απλώς να δείχνει ποιος είναι. Από πού έρχεται. Και για να είμαστε συγκεκριμένοι, η τραγιάσκα συνδεόταν με την εργατική του καταγωγή και δεν την φορούσε για να “ξεχωρίζει”.
Οι μαγικές επιδόσεις του με την νεανική ομάδα του έδωσε την ευκαιρία να γίνει μέλος της νεανικής ομάδας της Ντιναμό Μόσχας το 1949 ενώ το 1950 έγινε μέλος της πρώτης ομάδας ανδρών ως τρίτος τερματοφύλακας πίσω από τους Βάλτερ Σανάια και τον έμπειρο Αλέξεϊ Χόμιτς.
Και τότε, η απόλυτη καταστροφή.
Σε μια περιοδεία φιλικών το 1950 στον Καύκασο δέχθηκε ανεπίτρεπτα γκολ και μαζί με τον τραυματισμό του Σανάια και την ασθένεια του Χόμιτς, αναγκάστηκε να παίξει βασικός.
Οι αποδόσεις του ήταν τόσο χάλια, με τα γκολ και τις ήττες να πέφτουν βροχή, που έχασε την εμπιστοσύνη του προπονητή με αποτέλεσμα ο Γιασίν να μείνει στον πάγκο για σχεδόν δύο χρόνια.
Αυτή η “σφαίρα” που δέχτηκε, τον ανάγκασε να συνεχίσει να παίζει χόκεϊ, στο οποίο συνέχισε να είναι κυρίαρχος και να τον υπολογίζει μέχρι και η εθνική ομάδα της Σοβιετικής Ένωσης, κάτι που αποτελούσε προσωπικό όνειρο στην ζωή του Γιασίν ως τότε.
Έτοιμος ηταν να σταματήσει το ποδόσφαιρο μια και καλή. Αλλά ο Χόμιτς είδε μια φλόγα στα μάτια του νεαρού που δεν μπορούσε να αγνοήσει. Ο ίδιος γερνούσε έτσι και αλλιώς και η Ντιναμό χρειαζόταν έναν διάδοχο. Και ο Λεβ Ιβάνοβιτς Γιασίν ήταν ο σωστός τύπος.
“Στο χόκεϊ θα είσαι καλός. Πολύ καλός. Στο ποδόσφαιρο, όμως, μπορείς να γίνεις μοναδικός. Μην φύγεις επειδή απέτυχες, φύγε μόνο αν δεν έχεις ταλέντο. Και εσύ έχεις.”
Αυτά ήταν λίγα από τα λόγια που είπε στον μικρό Γιασίν τότε. Η αλήθεια είναι πως δεν κατάφερε να τον πείσει.
Η έλλειψη εμπιστοσύνης από τον προπονητή, η αμφισβήτηση στον ίδιο του τον εαυτό και η οργή των φιλάθλων τον είχε οδηγήσει σε ένα αδιέξοδο με την μόνη διαφυγή να είναι τα παγωμένα γήπεδα του χόκεϊ. Τουλάχιστον εκεί τον εκτιμούσε ο κόσμος, τουλάχιστον εκεί θα μπορούσε να ελπίζει σε μια κλήση για την εθνική. Τότε όμως, ο Χόμιτς είπε κάτι το οποίο πραγματικά ξύπνησε τον νεαρό.
“Ο τερματοφύλακας φαίνεται μόνο όταν πέφτει. Αν αντέχει να σηκωθεί, τότε αξίζει“.
Και έτσι κάτω από την ματιά του έμπειρου Χόμιτς, ξεκίνησαν οι προπονήσεις, η πίεση, το κλάμα που κρατούσε μέσα του ο μικρός τόσο καιρό και στο τέλος, ξεκίνησαν και οι δόξες.
Οι τίτλοι, η Σοβιετική Ένωση και η πτώση (1953-1962):

Φόρεσε ξανά τα γάντια του, την μαύρη στολή του και την τραγιάσκα του και στις 2 Μαΐου του 1953, μετά από τον δεύτερο τραυματισμό του Χόμιτς, ο Γιασίν επέστρεψε στην ομάδα της Ντιναμό Μόσχας.
Άφησε το πακέτο με τα τσιγάρα του δίπλα από το δεξί δοκάρι μαζί με το νερό του, κάτι που συνήθιζε να κάνει αντί να τα αφήνει στα αποδυτήρια και δέχθηκε μόλις ένα γκολ. Άφησε υποσχέσεις με το νικηφόρο 3-1 εναντίον της Λοκομοτίβ Μόσχας με αποτέλεσμα τη γρήγορη καθιέρωση του στην 11άδα. Στη πρώτη του χρονιά η ομάδα ήταν τέταρτη στο πρωτάθλημα, κατέκτησε όμως το Κύπελλο της ΕΣΣΔ, το πρώτο από τα τρία της καριέρας του.
Η επόμενη χρονιά ήταν από τις καλύτερες στην καριέρα του κατακτώντας το πρώτο πρωτάθλημα από τα πέντε της σταδιοδρομίας του.
Είχε μεταμορφωθεί σε μια πολεμική μηχανή, ένα Σοβιετικό “τοίχος”. Έδινε οδηγίες από την γραμμή του, έβγαινε εκτός περιοχής, κέρδιζε μέχρι και μονομαχίες, κάτι ασυνήθιστο για την εποχή εκείνη. Πολλοί θεατές το θεωρούσαν “τσίρκο”. Όμως αυτό το “τσίρκο” έφερνε την μια δόξα μετά την άλλη τον σύλλογο.
Μέχρι τα 25α γενέθλιά του το 1954, θεωρούνταν καθιερωμένος χωρίς εμφανείς αδυναμίες, και είχε επίσης εξουσία στην ομάδα, γι’ αυτό και ο προπονητής μπορούσε μερικές φορές να τον συμβουλεύεται για την επιλογή της ενδεκάδας και της τακτικής.
Και τότε του χτύπησε την πόρτα η Σοβιετική Ένωση, όπου από εκεί τον έμαθε και ο υπόλοιπος ποδοσφαιρικός πλανήτης. Αυτήν την φορά, κουβαλούσε στο στήθος του το εθνόσημο της χώρας που τόσο πολύ αγαπούσε και στήριζε κυριολεκτικά από μικρό παιδί.
Στις 8 Σεπτεμβρίου, ως βασικός τερματοφύλακας της ομάδας, ξεκίνησε τον πρώτο του επίσημο αγώνα για την εθνική ομάδα. Ήταν ένας φιλικός αγώνα εναντίον της Σουηδίας ο οποίος έληξε 7-0 ενώ στις 26 Σεπτεμβρίου αγωνίστηκε εναντίον της φιναλίστ του Παγκοσμίου Κυπέλου του 1954, την Ουγγαρία.
Για την ιστορία (ξανά), ο αγώνας έληξε 1-1. Ενώ ο Γιασίν κατάφερε να υπερασπιστεί την εστία του για όλον τον αγώνα και η Σοβιετική Ένωση πέτυχε ένα γκολ που έκπληξε και τους ίδιους, ο Σάντορ Κότσις κατάφερε να ισοφαρίσει στο τέλος. Αξίζει να αναφερθεί ότι οι δύο τους σφίξανε τα χέρια μετά τον αγώνα ως οι δύο καλύτεροι παίχτες της αναμέτρησης.
Ταυτόχρονα, οι επιτυχίες είχαν συνέχεια και στο Σοβιετικό χώρο καθώς το πρωτάθλημα του 1955 έληξε και πάλι με νίκη για την Ντιναμό Μόσχας με τον Γιάσιν να μετράει 22 συμμετοχές έχοντας δεχθεί μόνο 16 γκολ. Όμως, δεν μπόρεσε να σηκώσει το Κύπελο της ΕΣΣΔ, καθώς ο ίδιος αποβλήθηκε μετά από δυνατή σύγκρουση με αντίπαλο επιθετικό, δίνοντας το κύπελο στην ΤΣΣΚΑ Μόσχας με 2-1.
Όμως ο Γιασίν παρέμενε αγαπητός στον κόσμο. Σε μια ερώτηση που του είχανε κάνει σχετικά με την προσωπική του προετοιμασία για έναν μεγάλο αγώνα, εκείνος απάντησε όπως είναι γνωστό: «Πρώτα καπνίζω ένα τσιγάρο για να ηρεμήσω. Μετά πίνω ένα δυνατό ποτό για να τονώσω τους μύες μου και είμαι έτοιμος…».
Το 1956, ο Γιασίν έγραψε ιστορία με το εθνόσημο, καθώς οι Ολυμπιακοί αγώνες της Μελβούρνης είχαν φτάσει.
Ο Γιασίν άρπαξε την ευκαιρία από τα μαλλιά και μαζί με την Σοβιετική Ένωση, πήρε το χρυσό μετάλλιο δεχόμενος δύο γκολ σε πέντε αγώνες, ενώ στον τελικό η Σοβιετική Ένωση επιβλήθηκε της πανίσχυρης Γιουγκοσλαβίας με ένα θριαμβευτικό 1–0, με το Λεβ να είναι από τους πρωταγωνιστές της συνάντησης. Ήταν ο πρώτος διεθνής τίτλος ποδοσφαίρου της Σοβιετικής Ένωσης.
«Μαύρη αράχνη! Μαύρη αράχνη!» φώναζαν οι οπαδοί. Ο Γιασίν έσκυψε το κεφάλι του με ταπεινό τρόπο. «Δεν είμαι ο καλύτερος τερματοφύλακας του κόσμου, είναι ο Βλαντίμιρ Μπέαρα». Αυτά τα λόγια είχε πει σε ερώτηση δημοσιογράφου σχετική με το αν εκείνος θεωρεί τον εαυτό του τον κορυφαίο. Ο ίδιος ο Μπέαρα, ο οποίος ήταν και ο τερματοφύλακας της Γιουγκοσλαβίας στους Ολυμπιακούς Αγώνες, είχε δηλώσει τιμημένος που ο Γιασίν είχε μιλήσει έτσι για εκείνον.
Σαν μέλος της ομάδας της Σοβιετικής Ένωσης πήρε μέρος στη διοργάνωση του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1958, όπου έκανε πολύ καλές εμφανίσεις και η ΕΣΣΔ τερμάτισε δεύτερη στον όμιλο, πίσω από την μετέπειτα παγκόσμια πρωταθλήτρια, Βραζιλία.
Όταν έφτασε η ώρα να συναντηθούν αυτές οι δύο τεράστιες ομάδες, ο Γιασίν γνώρισε για πρώτη φορά τον 17χρονο τότε Πελέ, ο οποίος πραγματοποιούσε τις πρώτες του εμφανίσεις με την εθνική Βραζιλίας. Ο Πελέ αργότερα περιέγραψε τον Γιασίν ως “τον πρώτο του φίλο εκτός Βραζιλίας” ενώ σε ταξίδι του στη Μόσχα για φιλικό παιχνίδι μεταξύ ΕΣΣΔ και Βραζιλίας, ο Γιασίν του έκανε δώρο μια μινιατούρα σαμοβάρ.

Η ειρωνεία όμως ήταν ότι ο Πελέ δεν πλήγωσε τον Γιασίν σε αυτό το παιχνίδι. Ήταν ο Βαβά με τα δυο του γκολ που σκόραρε, για να ακολουθήσει ο αποκλεισμός στα προημιτελικά από την άλλη φιναλίστ του διοργάνωσης, Σουηδία.
Όμως το αποκορύφωμα για την σταδιοδρομία του με την εθνική ήρθε το 1960 με το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα. Ο Γιασίν είχε ξανά καθοριστικό ρόλο με την ΕΣΣΔ, περνώντας την Ουγγαρία, την Ισπανία (η οποία αρνήθηκε να ταξιδέψει στη Σοβιετική Ένωση για τον μεταξύ τους προημιτελικό και η ΕΣΣΔ πήρε την πρόκριση άνευ αγώνα), την Τσεχοσλοβακία και τέλος, την Γιουγκοσλαβία ξανά με σκορ 2-1.
Στον τελικό με την Γιουγκοσλαβία, ο Γιασίν έκανε ένα από τα καλύτερα παιχνίδια στην καριέρα του, κρατώντας την ομάδα του στο παιχνίδι με απίστευτες αποκρούσεις. Ως συνέπεια, επιλέχθηκε στην καλύτερη ομάδα της διοργάνωσης και καθιερώθηκε ως εθνικός ήρωας στην Σοβιετική Ένωση, κάτι που θα άλλαζε σε λίγο καιρό.
Στα 33 του χρόνια πλέον, ο Γιασίν προετοιμαζόταν για ίσως την τελευταία του διεθνής οργάνωση με το εθνόσημο της ΕΣΣΔ, το Παγκόσμιο Κύπελο του 1962 στην Χιλή.
Η Σοβιετική Ένωση φαίνονταν ότι θα πρωταγωνιστούσε ούσα πρωταθλήτρια Ευρώπης, αλλά η απόδοση του σπουδαίου τερματοφύλακα της ήταν κάτι χειρότερο από μέτρια.
Παρόλο που στον πρώτο αγώνα με την Γιουγκοσλαβία ήταν εξαιρετικός (2-0), στον αγώνα με την Κολομβία (4–4), δέχθηκε γκολ από απευθείας εκτέλεση κόρνερ με τους αμυντικούς να θεωρούν ότι θα έπιανε τη μπάλα, το μοναδικό στην ιστορία των Παγκοσμίων Κύπελλων, από τον Μάρκος Κόιγ. Όμως η ΕΣΣΔ έφτασε στα προημιτελικά κόντρα στη οικοδέσποινα Χιλή και στο ένατο λεπτό της συνάντησης, ο Χιλιανός επιθετικός Ονορίνο Λάντα φτάνοντας στην περιοχή του πέναλτι της σοβιετικής ομάδας, συγκρούστηκε με το Λεβ και έμεινε αναίσθητος για περίπου ενάμιση λεπτό.
Το βάρος της ηλικίας του, τα ζορισμένα πνευμόνια του και το κουρασμένο σώμα του είχαν φτάσει στα όρια.
Όμως ο Λεβ γεννήθηκε πολεμιστής και όπως κάθε ήρωας στην ιστορία του, ξανασηκώνεται στα πόδια του χωρίς να μπορεί να βγει αλλαγή. Αλλά πολλές φορές, το πνεύμα από μόνο του δεν μπορεί να κάνει την δουλειά και ο Γιασίν δέχθηκε δύο γκολ έξω από την μεγάλη περιοχή, στα οποία φαινόταν ότι θα μπορούσε να έχει κάνει πολύ περισσότερα, το ένα μάλιστα με απευθείας φάουλ. Η Σοβιετική Ένωση είχε αποκλειστεί με 2-1.
Ήταν μια από τις ελάχιστες φορές στην καριέρα του που η εθνική ομάδα απέτυχε να φτάσει όσο μακριά περίμενε.
Όταν η ομάδα επέστρεψε από τη Νότια Αμερική, εξοργισμένοι οπαδοί υποδέχθηκαν την ομάδα στο αεροδρόμιο. Υπήρχαν πινακίδες που έγραφαν «Ο Γιάσιν αποσύρεται» και «Ώρα να πάρεις τη σύνταξή σου». Τα τζάμια του σπιτιού του Γιάσιν έσπασαν, υβριστικά μηνύματα έμειναν στο αυτοκίνητό του, απειλητικές επιστολές έφτασαν στο ταχυδρομείο. Αποκάλεσε αυτές τις μέρες τις «πιο πικρές της ποδοσφαιρικής μου ζωής». Και μάλιστα, έφτασε ένα βήμα μακριά από το να αποσυρθεί, αλλά ήξερε ότι είχε πολλά να δώσει ακόμα.
Στην ΕΣΣΔ εκείνη την εποχή, οι επιτυχίες των αθλητών είχαν εθνικό χαρακτήρα, οπότε η απόσυρση μετά από αποτυχία θεωρούνταν έλλειψη καθήκοντος. Ο ίδιος ήξερε ότι οι νέοι και οι οπαδοί τον κοιτούσαν ως πρότυπο, και αυτό του έδινε κίνητρο να συνεχίσει. Και θα το έκανε με το να τα δώσει όλα στην ομάδα που τον ανέδειξε.
Η Χρυσή Μπάλα και το τελευταίο αίμα (1963-1971):

Στο πρωτάθλημα της Σοβιετικής Ένωσης του 1963 δέχθηκε μόνο έξι γκολ σε 27 αγώνες και κατέκτησε τον τίτλο, γεγονότα που τον οδήγησαν στο αποκορύφωμα.
Ο Λέβ Γιασίν, αυτός ο τρομερός ποδοσφαιριστής, κέρδισε την Χρυσή Μπάλα, κάτι που κανένας τερματοφύλακας δεν έχει καταφέρει από τότε. Η άψογη του εμφάνιση εκείνη την σεζόν, μαζί με την εξέλιξη που έφερε στην θέση του τερματοφύλακα τον απαθανάτισαν στον κόσμο του ποδοσφαίρου.
Χωρίς αυτόν, ο τερματοφύλακας δεν θα ήταν αυτό που είναι σήμερα.
Ο Γιασίν συνέχισε να υπηρετεί το εθνόσημο και το 1966 στη διοργάνωση της Αγγλίας, στην οποία έκανε πολλές καθοριστικές αποκρούσεις στον αγώνα με την Ουγγαρία, μια από τις οποίες σε εκτέλεση φάουλ θεωρείται ως τις κορυφαίες της καριέρας του, βοήθησε την εθνική να φτάσει στα ημιτελικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου για πρώτη φορά στην ιστορία της.
Η κατάκτηση της τετάρτης θέσης ήταν η υψηλότερη στην μέχρι τότε ιστορία της σοβιετικής εθνικής και ο 37χρονος τότε Γιασίν είχε συμβάλει με τον καλύτερο τρόπο.
Το 1970 στη διοργάνωση του Μεξικού ήταν 40 ετών, είχε αγωνιστεί για τελευταία φορά με την εθνική το 1967 και ο ρόλος του ήταν πιο πολύ αυτός του βοηθού προπονητή παρά του παίκτη, μιας και ήταν η τρίτη επιλογή της ομάδας ως τερματοφύλακας.
Αλλά επειδή τέτοιος τύπος ήταν… και είμαι σίγουρος πως έτσι σκεφτόταν, ήθελε να δώσει μια ευκαιρία στην νέα γενιά, όπως είχε κάνει και ο Χόμιτς για εκείνον πριν πολλά χρόνια.
Συνολικά, ο Λεβ Γιασίν συμμετείχε σε 13 αγώνες Παγκοσμίου Κυπέλλου και δέχθηκε 17 γκολ (τέσσερα παιχνίδια χωρίς να δεχθεί γκολ), είχε 74 συμμετοχές έχοντας δεχθεί 72 τέρματα στην διεθνή του σταδιοδρομία έχοντας κερδίσει ένα Ολυμπιακό χρυσό μετάλλιο και ένα Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα. Όσον αφορά τους συλλόγους, ο Γιασίν πέρασε όλη του την ζωή στην ομάδα που ερωτεύθηκε, συμμετέχοντας σε 358 επίσημους αγώνες με τη Ντιναμό χωρίς να δεχθεί γκολ στους 204 έχοντας κατακτήσει 5 πρωταθλήματα και 3 κύπελλα ΕΣΣΔ ενώ απέκρουσε συνολικά 150 πέναλτι.
«Η χαρά να βλέπεις τον Γιούρι Γκαγκάριν στο διάστημα είναι η μόνη που μπορεί να ξεπεράσει την χαρά από την απόκρουση ενός πέναλτι» είχε σχολιάσει ο ίδιος όταν του είχε αναφερθεί το στατιστικό.
Το τελευταίο του παιχνίδι το έδωσε το 1971 με τη Ντιναμό Μόσχας απέναντι σε ομάδα επίλεκτων της στο Στάδιο Λουζνικί της Μόσχας με αποτέλεσμα 2-2.
Σε αυτό το παιχνίδι παρευρέθηκαν πάνω από 100.000 θεατές για να τον δουν να αγωνίζεται για τελευταία φορά στα 42 του χρόνια. Μερικοί από τους παίκτες που τον τίμησαν σε αυτό το παιχνίδι του ήταν οι Πελέ, Εουσέμπιο, Γκερντ Μίλερ και Φραντς Μπεκενμπάουερ.
Μετά το τέλος του αγώνα, ο Λεβ κρέμασε επιτέλους την τραγιάσκα του και έφυγε να ξεκουραστεί μετά από πολλά χρόνια σκληρής δουλειάς, παραδίνοντας το μέλλον του τερματοφύλακα στην επόμενη γενιά.
Κουράστηκε όμως και πάλι, όχι γιατί ήταν άτυχος, αλλά επειδή παρά ήταν μαχητής.
Το 1984 το ένα του πόδι ακρωτηριάστηκε έπειτα από τραυματισμό στο γόνατο την ίδια χρονιά, που προσβλήθηκε με θρομβοφλεβίτιδα ενώ βρισκόταν στη Βουδαπέστη. Ταυτόχρονα όμως, δοξάστηκε.Το 1986 έγινε ο πρώτος ποδοσφαιριστής που τιμήθηκε με το Ολυμπιακό Τάγμα. Τέλος, δύο χρόνια αργότερα τιμήθηκε και από τη FIFA με την ανώτατη διάκριση του αθλήματος, το Τάγμα Αξίας.
Η “Μαύρη Αράχνη” έφυγε σαν σήμερα, 20 Μαρτίου του 1990, από καρκίνο του στομάχου. Ο μύθος που έμεινε από τον Λέβ Γιασίν όμως, θα ζει παντοτινά όχι απαραίτητα από τα κατορθώματα του, αλλά από την ίδια την θέση του τερματοφύλακα που ο ίδιος εξέλιξε σε αυτό που είναι σήμερα.
Και επειδή μιλάμε για ήρωες, οι ήρωες δεν έχουν καθήκον τους μόνο να ξανασηκώνονται στα πόδια τους, αλλά και να εμπνέουν. Και ο Γιασίν αυτό έκανε και συνεχίζει να κάνει, ακόμη και αν δεν είναι εν ζωή.
Γιατί έτσι ήταν ο Λέβ, με μια τραγιάσκα και ένα όνειρο.
«Από του δράκου τη χρόνια περάσαν χρόνια
Τώρα μπορεί να μην θυμάσαι τίποτα
Αλλά η ρόδα της ζωής γυρνά αιώνια
Και μόλις λιώσουνε τα χιόνια
Να ‘ρθεις να με βρεις»


















































































































































































































































































































































































































