Η άνοδος του Άγιαξ, η ενσάρκωση του «Total Football», η “μεταμορφωτική” περίοδος στην Μπαρτσελόνα και η φανέλα της Ολλανδίας. Αυτές είναι λίγες από τις πληροφορίες που μπορείς να χρησιμοποιήσεις για να περιγράψεις την τεράστια ζωή του Γιόχαν Κρόιφ. Σαν σήμερα, ο «Ιπτάμενος Ολλανδός» γεννιέται και μαζί του ξεκινά μια θρυλική ιστορία ενός επαναστάτη. Ενός Φιλοσόφου που φόρεσε μια πορτοκαλί φανέλα αντί για ρόμπες αρχαίων Ελλήνων. Ενός ασυμβίβαστου που χάραξε τον δρόμο του προς την αθανασία.

Είναι 21 Ιουνίου του 1972. Έχει καθίσει αναπαυτικά στη θέση του, ένα ποτήρι νερό βρίσκεται στο τραπέζι δίπλα στο σημειωματάριό του. Έχει τουλάχιστον δέκα γραμμένες σελίδες από πάνω ως κάτω, γεμάτες ερωτήσεις.

Ίσως το νούμερο να είναι και μεγαλύτερο.

Μάλιστα έχει προσπεράσει τρεις από αυτές, η συνέντευξη πάει καλά.

Περίπου στο κέντρο του τραπεζιού είναι ένα τασάκι, είχε περίπου πέντε σβησμένα τσιγάρα μέσα.

Και τότε βλέπει την ευκαιρία. Κοιτάζει ευθεία, θέλοντας να κάνει μια από τις ερωτήσεις που είχε καταγράψει.

«Είναι αλήθεια ότι καπνίζετε πολύ και, μάλιστα, πριν από τον αγώνα;».

Απέναντί του, ο συνεντευξιαζόμενος, με ένα πρόσωπο γεμάτο απορία, απάντησε: «Πριν από τον αγώνα για να ηρεμήσω. Με τονώνει. Ποτέ, όμως, σε υπερβολικές δόσεις!».

Εκείνος σήκωσε το ένα του φρύδι: «Πόσα περίπου;».

Ο συνεντευξιαζόμενος έξυσε το κεφάλι του: «Είκοσι την ημέρα».

Δεν ήξερε άμα έπρεπε να τον θαυμάσει ή να τον κατηγορήσει.

Πώς γίνεται ένας άνθρωπος σαν αυτόν, τόσο χαλαρός αλλά και τόσο εθισμένος στο κάπνισμα να τρέχει όλο το γήπεδο ασταμάτητα, να αλλάζει θέσεις στο χορτάρι χωρίς να τον προλαβαίνουν και να έχει μέσο όρο 27 με 28 γκολ στο Ολλανδικό Πρωτάθλημα της Eredivisie;

Βέβαια όμως, έκανε απλά την δουλειά του, επομένως προχώρησε παρακάτω, χωρίς να θέλει να τον “δοκιμάσει”.

Και έτσι συνεχίστηκε η συνέντευξη για αρκετή ώρα. Τα θέματα αλλάζαν από το ποδόσφαιρο στην παιδική του ζωή. Από την παιδική του ζωή στην γυναίκα του και στην κόρη του. Από την γυναίκα του και την κόρη του στα οικονομικά του. Και από εκεί κατέληγε ξανά στο ποδόσφαιρο.

«Κύριε Κρόιφ» είπε εκείνος, θέλοντας να κάνει ίσως την πιο “καυτή” ερώτηση, όχι μόνο της συνέντευξης, αλλά και του ποδοσφαιρικού πλανήτη: «Νομίζετε πραγματικά πως είστε ο καλύτερος ποδοσφαιριστής της Ευρώπης;».

Ο Ολλανδός τον κοίταξε, με αυτό το μόνιμο βλέμμα απορίας που είχε από μικρό παιδί. Βολεύτηκε στην καρέκλα του και απάντησε: «Ο κόσμος το λέει. Όχι εγώ.»

Αυτό ήταν ένα κομμάτι της συνέντευξης του Γιόχαν Κρόιφ που δημοσιεύτηκε από την εφημερίδα «Αθλητική Ηχώ», σε απόδοση του Μανώλη Μαυρομμάτη. Αποτελεί ένα από τα πρώτα εν Ελλάδι ντοκουμέντα για τον “Ιπτάμενο Ολλανδό”, που, σαν σήμερα, πριν 79 χρόνια, άνοιξε τα φτερά του και έκανε όλο τον πλανήτη να παραμιλά.

Η δικιά του η ζωή είναι τι συμβαίνει όταν ένα παιδί με το μυαλό και την ψυχή ενός φιλοσόφου, ενός ηγέτη, επιλέγει να αφήσει τα μαλλιά του μακριά, να έχει ένα “άσχετο” 14 στην πλάτη, να φοράει ποδοσφαιρικά παπούτσια και να είναι «αγκαλιασμένος» από το πορτοκαλί χρώμα της Ολλανδίας.

Και κάπως έτσι, πίσω από τις λέξεις, τις συνεντεύξεις, τις ατάκες αλλά και τις μικρές αντιφάσεις του, αρχίζει να ξεδιπλώνεται κάτι πολύ μεγαλύτερο από έναν απλό ποδοσφαιριστή.

Από εδώ και πέρα, ξεκινά το ταξίδι στην πραγματική του ιστορία.

Γιατί ο Γιόχαν Κρόιφ δεν ήταν μόνο τα γκολ, οι τίτλοι ή το «Total Football». Ήταν μια ιδέα, ένας τρόπος να βλέπεις το παιχνίδι και, τελικά, τη ζωή.

Ο Ολλανδός ανοίγει τα φτερά του (1947-1965):

Ο Κρόιφ το 1965

“Ο τοίχος ήταν ο καλύτερός μου συμπαίχτης, μόνο αυτός με καταλάβαινε”. Ιδανικά τα λεγόμενα του Ολλανδού, άμα σκεφτείτε ότι μεγάλωσε στο Μπέτοντορπ (τσιμεντένιο χωριό), άρα το τσιμέντο, θα μπορούσε να πει κάποιος, ήταν και το φυσικό του περιβάλλον.

Εκεί συνήθιζε να παίζει μπάλα όταν δεν προσπαθούσε να “χωθεί” στο γήπεδο του Άγιαξ, το De Meer, το οποίο ήταν πέντε λεπτά από το σπίτι του.

Ο Χενκ Άνγκελ ή “θείος Χενκ”, όπως τον ονόμασε ο μικρός Γιόχαν, ήταν επιστάτης στο γήπεδο.

Ο Μικρός Κρόιφ τον έβλεπε σχεδόν κάθε μέρα όταν γυρνούσε από το σχολείο, ζητώντας του χάρες, όπως μια είσοδο στα αποδυτήρια των παικτών.

Μετά από πολύ επιμονή, κατέληξε να κάνει βοηθητικές δουλειές στο γήπεδο, αλλά πάντα έπαιρνε τα ποδοσφαιρικά του παπούτσια μαζί ευελπιστώντας σε ευκαιρίες να παίξει με τους παίκτες της ομάδας, κάτι που τελικά συνέβαινε αρκετές φορές, κάνοντάς τον “μασκότ” και για τους παίκτες αλλά και για τους οπαδούς.

O «Jopie» από το Betondorp ήταν το όνομά του.

Ο Μάνους, πατέρας του Γιόχαν, “άρρωστος” και αυτός με τον Άγιαξ, είχε ένα μανάβικο κοντά στο De Meer, από εκεί περνούσε και ο μικρός Κρόιφ μετά το σχολείο για να πάει στο γήπεδο. Πού να ήξερε ότι μια μέρα το καλοκαίρι του 1959, θα έβλεπε τον πατέρα του να σωριάζεται στο έδαφος, νεκρός από ανακοπή.

Εκτός από το ότι το γεγονός αυτό σημάδεψε τον Κρόιφ, η μητέρα του, η Νελ, προσπάθησε να αναλάβει το μανάβικο, κάτι απλά που δεν γινόταν. Ο Άγιαξ, έχοντας ακούσει για τον θάνατο του Μάνους της πρόσφερε δουλειά ως καθαρίστρια. Έτσι συνδέθηκε με τον «θείο Χενκ» και κάποια χρόνια αργότερα τον παντρεύτηκε.

Από την άλλη, ο Κρόιφ ξεκίνησε και αυτός να δουλεύει, φυσικά, όχι στο μανάβικο, καθώς όταν διαπίστωνε ότι έφτανε προς την τοποθεσία του γυρίζοντας από το σχολείο, άλλαζε κατεύθυνση και έκοβε δρόμο.

Ξεκίνησε στο φούρνο της γειτονιάς, μετά σε ένα κατάστημα αθλητικών ειδών και, έχοντας πια μάθει τη δουλειά, στο τέλος της εφηβείας του, δούλεψε ως πωλητής υφασμάτων πολυτελείας.

Παρόλο τον περιορισμένο χρόνο, ο Κρόιφ είχε ήδη γραφτεί στην ακαδημία του Άγιαξ από την στιγμή που έγινε δέκα χρονών, καθώς τότε ο Αίαντας δεν πρόβλεπε τμήματα για παιδιά μικρότερα εκείνης της ηλικίας.

Η πρώτη ποδοσφαιρική επιτυχία για τον Κρόιφ αποτέλεσε η κατάκτηση του πρωταθλήματος με την ομάδα των νέων το 1963, η οποία τον κράτησε οριστικά στο ποδόσφαιρο και απέσυρε το ενδιαφέρον του από το μπέιζμπολ, με το οποίο ασχολούνταν στον ελεύθερο του χρόνο.

Ο Κρόιφ, μπροστά, δεύτερος από δεξιά, ποζάρει μετά την κατάκτηση ενός τροπαίου στις ακαδημίες του Άγιαξ (1963)

Υπέγραψε το πρώτο του επαγγελματικό συμβόλαιο στον Άγιαξ πριν συμπληρώσει τα 16 του χρόνια, με αποτέλεσμα να σταματήσει τη δουλειά και να σταματήσει και τη μαμά του.

Το πρόβλημα όμως ήταν ότι το συμβόλαιό του δεν περιείχε κανένα μπόνους σε αντίθεση με τους συμπαίχτες του καθώς προστέθηκε, σχεδόν αμέσως, στη δεύτερη ομάδα.

Και τότε ο μικρός Κρόιφ αντέδρασε για πρώτη φορά στη ζωή του, κάτι που θα συνήθιζε να κάνει και αργότερα λόγω του επαναστατικού χαρακτήρα που θα καλλιεργούσε. Το παράπονό του έφτασε στη διοίκηση του Αίαντα και απάντησε:

«Ένας κάλφας δεν μπορεί να πληρώνεται όπως ο μάστορας. Πρέπει πρώτα να μάθει την τέχνη και να αποκτήσει εμπειρία. Ως τότε δεν ωφελεί να παραπονιέται».

Η απάντηση δεν ήταν αυτή που περιμέναν: «Δηλαδή ένας ηλίθιος ενήλικος μάστορας πρέπει να αμείβεται παραπάνω από έναν έξυπνο κάλφα»;

Μετά τα μπόνους που προστέθηκαν στο συμβόλαιό του, η συμπεριφορά του δεν πέρασε απαρατήρητη.

Enter Βικ Μπάκιγχαμ.

Ένα όνομα γνωστό στην χώρα μας, με τον Άγγλο τεχνικό να έχει περάσει, αργότερα στην καριέρα του, από τον Εθνικό Πειραιώς (1968,1973-1975) και από τον Ολυμπιακό (1975-1976). Ο Μπάκιγχαμ ενθουσιάστηκε και από το πείσμα του νεαρού αλλά και από το τρομερό ταλέντο του στο χορτάρι, με αποτέλεσμα να τον προωθήσει στην πρώτη ομάδα του Άγιαξ.

Και έτσι, ένα παιδί αδύνατο, μόλις 60 κιλά, έκανε το ντεμπούτο του στον αγώνα πρωταθλήματος με αντίπαλο τη GVAV στις 15 Νοεμβρίου 1964 σημειώνοντας το μοναδικό τέρμα της ομάδας στην ήττα με 3–1.

Εκείνη τη χρονιά συμμετείχε σε 10 μόνο παιχνίδια σημειώνοντας 4 τέρματα, με τον Άγιαξ να κατατάσσεται στην 13η θέση του πρωταθλήματος, τη χαμηλότερη από την ίδρυση του επαγγελματικού ποδοσφαίρου στη χώρα.

Παρόλα αυτά, ο έμπειρος Άγγλος προπονητής βοήθησε τον έφηβο παίκτη στα πρώτα του βήματα στο μικρό διάστημα που έμεινε, καθώς απολύθηκε τον Ιανουάριο του 1965.

Θεωρούσε, όμως, πάντοτε, παιδί του τον μελλοντικό κορυφαίο Ολλανδό ποδοσφαιριστή όλων των εποχών. «Άγγιξε αμέσως μια ευαίσθητη χορδή μου, σαν να ήταν γιος μου.
Ήταν ξεχωριστός και μας έδειχνε πώς έπρεπε να παίξουμε»

«Ήταν ένα δώρο του Θεού στην ανθρωπότητα».

Η χρυσή εποχή του Αίαντα (1966-1973):

O Kρόιφ εναντίον της Φέγενορντ (1967)

Μετά την απόλυση του Μπάκινκγχαμ, τον ίδιο μήνα, ο Ρίνους Μίχελς υπέγραψε και έγινε ο επόμενος προπονητής του Άγιαξ. Ο Κρόιφ θεωρούνταν ήδη μεγάλο ταλέντο αλλά δεν είχε ακόμα επιβληθεί πλήρως.

Από την άλλη, ο Μίχελς είχε φιλόδοξα σχέδια και πρωτοπόρες ιδέες βασιζόμενος σε ένα νεανικό σύνολο, καθώς σχεδόν όλοι οι παίχτες στο ρόστερ ήταν από τις ακαδημίες του Αίαντα.

Γνωρίζοντας λοιπόν πως το ταλέντο του Κρόιφ δεν είχε αξιοποιηθεί πλήρως, ο Ολλανδός τεχνικός ετοίμασε ένα πρόγραμμα σωματικής άσκησης σχεδιασμένο για την ανάπτυξη του συγκριτικά αδύναμου κορμιού του.

Μπορεί η σεζόν να τελείωσε με τον Άγιαξ στην 13η θέση και την Φέγενορντ να σηκώνει το Έρεντεβιζι, όμως η αρχή είχε μόλις γίνει.

Το πρόγραμμα του Μίχελς είχε ήδη αρχίσει να επηρεάζει θετικά τον μικρό Κρόιφ, καθώς στις 24 Οκτωβρίου 1965, ο Κρόιφ, μετά τα δύο γκολ που σημείωσε με τη Ντόορ Βίλσκραχτ Στερκ (2–0), καθιερώθηκε επισήμως στην αρχική εντεκάδα.

Το σώμα του ήταν πιο δυνατό από πριν, μπορούσε να αντέξει πολύ περισσότερο ξύλο από τους αντιπάλους του και να μην πέφτει εύκολα στο χορτάρι από μαρκαρίσματα. Και μέρα με τη μέρα γινόταν ακόμα καλύτερος.

Και τότε, ο Μίχελς άρχισε να χτίζει την ομάδα γύρω από τον νεαρό. Του δίνει ελευθερία κινήσεων, δεν ήταν “καθαρός σκόρερ”, ήταν παίκτης που ερχόταν από παντού και σκόραρε.

Εκείνη τη χρονιά αρχίζει να διαμορφώνεται αυτό που αργότερα θα γίνει ο τρόπος παιχνιδιού που θα αλλάξει τα πάντα στο ποδόσφαιρο. Το Total Football.

Αξίζει να αναφερθεί ότι ο Μίχελς ποτέ δεν αναφέρθηκε στον τρόπο παιχνιδιού του ως Total Football. Αυτός είναι ένας όρος που δόθηκε στην ομάδα του Αίαντα στην πορεία, από το εξωτερικό.

Η ομάδα κέρδισε το πρωτάθλημα εκείνη την σεζόν μένοντας αήττητη για 16 συνεχόμενες αγωνιστικές και με τον ίδιο να σημειώνει 25 γκολ στους 23 αγώνες σε όλες τις διοργανώσεις που συμμετείχε. Ο Άγιαξ ήταν πρωταθλητής μετά από σχεδόν πέντε χρόνια.

Ο Κρόιφ βέβαια δεν ξέχασε ποτέ τον πατέρα του. Πόσο θα ήθελε να τον δει εκείνη τη στιγμή. «Μπαμπάαν με ακούς, κάνε το ρολόι μου να σταματήσει για να το αποδείξεις» τού είχε ζητήσει.

Το επόμενο πρωί, το ρολόι σταμάτησε.

Κατευθείαν το μάζεψε και το πήγε για επιδιόρθωση στον πλησιέστερο ωρολογοποιό, ο οποίος ωστόσο δεν μπορούσε να διακρίνει τίποτα στραβό με δαύτο. Είχε σταματήσει χωρίς προφανή λόγο.

Ο Γιόχαν πήρε το δρόμο της επιστροφής για το σπίτι του. Το επόμενο πρωί, πάλι τα ίδια. Το ρολόι σταματάει χωρίς λόγο. Ο Κρόιφ τότε αναστενάζει χασκογελώντας: «Εντάξει μπαμπά, με έπεισες». Η ώρα στο ρολόι του δεν σταμάτησε ποτέ ξανά.

Την αμέσως επόμενη σεζόν, του χτύπησε την πόρτα για πρώτη φορά η Εθνική Ολλανδίας.

Οι Ολλανδοί, βασιζόταν πλήρως στην ομάδα του Άγιαξ για την ανάπτυξη νέων ταλέντων έχοντας να συμμετάσχουν σε Παγκόσμιο Κύπελλο από το μακρινό 1938.

Ο Κρόιφ ήταν αυτός που αναζητούσαν εδώ και χρόνια.

Ο Κρόιφ για πρώτη φορά με τα χρώματα της Ολλανδίας (1966)

Αγωνίστηκε για πρώτη φορά με την Εθνική Ολλανδίας με αντίπαλο την Ουγγαρία σε συνάντηση που έγινε για τα προκριματικά του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος του 1968. Ο αγώνας έληξε 2-2 με δικό του τέρμα. Στον δεύτερο όμως διεθνή αγώνα του απέναντι στην Τσεχοσλοβακία αποβλήθηκε για υπερβολική διαμαρτυρία και παρέμεινε εκτός διεθνούς δραστηριότητας για ένα χρόνο, χάνοντας έτσι το ευρωπαϊκό πρωτάθλημα του 68.

Είχε γίνει επισήμως ο πρώτος Ολλανδός ποδοσφαιριστής που αποβλήθηκε σε διεθνή αγώνα. Ίσως η μόνη φορά που η υπερβολικά εκρηκτική του ιδιοσυγκρασία απείλησε να τον καταστρέψει.

Στον Άγιαξ αντιθέτως, η ομάδα σταθεροποιήθηκε στην κορυφή του ολλανδικού ποδοσφαίρου κατακτώντας το νταμπλ για την αγωνιστική περίοδο του 1966–67, με τον Κρόιφ να αναδεικνύεται πρώτος σκόρερ με 33 γκολ σε 34 αγωνιστικές στο πρωτάθλημα, όπως και του Κυπέλλου με πέντε γκολ.

Εκείνη την χρονιά κέρδισε το πρώτο από τα πέντε «Καλύτερος Ολλανδός Ποδοσφαιριστής Της Χρονιάς» στην καριέρα του.

Ο Κρόιφ με το βραβείο του καλύτερου Ολλανδού ποδοσφαιριστή για το 1967

Ταυτόχρονα, είχε μια απίστευτη πορεία με τον Άγιαξ στο Κύπελο Πρωταθλητριών τη συντριπτική νίκη στο Άμστερνταμ επί της πρωταθλήτριας Αγγλίας Λίβερπουλ στη φάση των “16” με 5–1 και με ισοπαλία 2–2 στην Αγγλία (με δύο συνολικά γκολ του Κρόιφ, είχε σημειώσει ένα στον πρώτο αγώνα) παίρνοντας έτσι την πρόκριση.

Ο προπονητής της αγγλικής ομάδας, Μπιλ Σάνκλι σχολίασε: «Ήταν σαν οι αμυντικοί μου να ρίχνουν πέτρες στον άνεμο την προσπάθεια να τον μαρκάρουν».

Στα προημιτελικά, η Ολλανδική ομάδα και ο Κρόιφ όμως αποκλείστηκαν από την Ντούκλα Πράγας με συνολικό σκορ 2-3.

Αλλά χωρίς καμία αμφιβολία, ο Άγιαξ περνούσε εκείνη την στιγμή την καλύτερη περίοδο της ιστορίας του.

Το 1967–68 η ομάδα ήταν και πάλι πρωταθλήτρια και ο Κρόιφ τρίτος σκόρερ της Έρεντιβιζι με 25 τέρματα ενώ δεν μπόρεσε να περάσει την Ρεάλ Μαδρίτης στον πρώτο γύρο του κυπέλου των πρωταθλητριών.

Η επόμενη χρονιά μπορεί να μην είχε τον Αίαντα πρωταθλητή, αλλά είχε ως αντάλλαγμα μια από τις καλύτερες πορείες στην ιστορία του σε διεθνές επίπεδο, με τον Κρόιφ να είναι ο απόλυτος πρωταγωνιστής.

Συγκεκριμένα, το Total Football είχε οδηγήσει τον Άγιαξ ως τον τελικό του κυπέλλου, όπου και ηττήθηκε από την πιο έμπειρη Μίλαν 4-1.

Ο Κρόιφ δεν ανέφερε ποτέ πως τον πείραξε η ήττα στον τελικό, αντιθέτως, είχε δηλώσει: «Τώρα αρχίζουμε».

Αυτή η απάντηση έγινε στόχος κοροϊδίας και ειρωνείας από τους αντιπάλους του.

Την επόμενη σεζόν, ο Άγιαξ κατέκτησε ξανά το ντάμπλ στο Ολλανδικό πρωτάθλημα, όμως η πίεση κορυφώθηκε, καθώς η κατάκτηση του Κυπέλου Πρωταθλητριών από την Φέγενορντ την ίδια σεζόν έφερε τον τίτλο “Losers” στον Άγιαξ.

Και η απάντηση ήρθε άμεσα, με το Total Football να ενισχύεται ακόμα περισσότερο μετά την απόκτηση του Νέσκενς.

Όσο οι παίκτες του «Αίαντα» είχαν την μπάλα στην κατοχή τους, απλώνονταν στο γήπεδο προσπαθώντας να «μεγαλώσουν» τεχνητά τις πραγματικές του διαστάσεις, με την αλληλοκάλυψη να αποτελεί τον σημαντικότερο παράγοντα επιτυχίας.

Αντίθετα, όταν έχαναν την κατοχή της μπάλας, πίεζαν προς την αντίπαλη περιοχή και σε ασφυκτικό βαθμό, προσπαθώντας να «μικρύνουν» τις διαστάσεις του γηπέδου. Στην άμυνα η χρήση του οφσάιντ απέκτησε αυξανόμενη σημασία με όλους να συμμετέχουν.

Ο Κρόιφ έγινε ο φυσικός ηγέτης της ομάδας.

Την σεζόν εκείνη δεν κατέκτησαν το πρωτάθλημα, ούτε το κύπελο Ολλανδίας. Κατά την έναρξη της περιόδου 1970-71 μάλιστα, ένας τραυματισμός τον κράτησε εκτός αγώνων μέχρι την 30η Οκτωβρίου. Όταν επέστρεψε, το νούμερο 9 ήταν κατειλημμένο από τον συμπαίκτη του Γκέρι Μύρεν.

Τότε αποφάσισε να αγωνιστεί με τη φανέλα με το 14 στην πλάτη.

Το γεγονός αυτό ξένισε τους ποδοσφαιρόφιλους σ΄ όλον τον κόσμο. Την εποχή εκείνη τα νούμερα στις φανέλες των ποδοσφαιριστών δεν αποτελούνταν από προσωπικές επιλογές. Σε κάθε αγώνα οι βασικοί παίκτες χρησιμοποιούσαν τα νούμερα από το 1 έως το 11 και οι αναπληρωματικοί τα νούμερα από το 12 έως το 16 (τότε οι αποστολές ήταν δεκαεξάδες). 

Κατέληξε όμως αυτός ο αριθμός να γίνει το “σήμα κατατεθέν” του σπουδαίου αυτού ποδοσφαιριστή. Μάλιστα αρχικά η χρήση του 14 δεν επιτρεπόταν στους διεθνείς αγώνες, είτε του Άγιαξ είτε της Εθνικής Ολλανδίας, και τότε αγωνιζόταν πάλι με το 9.

Και εκείνη την σεζόν, τα παιδιά του Μίχελς και με τον Κρόιφ σε μια από τις καλύτερες εκδοχές του εαυτού του, έγραψαν ιστορία για πρώτη φορά εκτός Ολλανδίας.

Η ομάδα του Άγιαξ στον τελικό του Κυπέλου Πρωταθλητριών εναντίον τον Παναθηναϊκό (1971)

Η ομάδα του Μίχελς πέρασε πάνω από όλα τα εμπόδια στον δρόμο για τον τελικό στο Γουέμπλεϊ (ΚΦ Τίρανα, ΦΚ Βασιλεία, Σέλτικ Γλασκώβης, Ατλέτικο Μαδρίτης) και αντιμετώπισε τον Παναθηναϊκό του Φέρεντς Πούσκας, όπου και τον νίκησε 2-0, σηκώνοντας το πρώτο του ευρωπαϊκό κύπελλο με τον Αίαντα. Η αρχή μιας δυναστείας στο παγκόσμιο ποδόσφαιρο.

Ο Κρόιφ στην φιέστα για το πρώτο Κύπελο Πρωταθλητριών του Άγιαξ(1971)

Τα επόμενα χρόνια καθήλωσαν τον Άγιαξ ως την κορυφαία ομάδα του κόσμου. Όμως τότε ήταν που έφυγε ο Ρίνους Μίχελς από τον σύλλογο το 1971. Η αποχώρηση του Μίχελς αύξησε τη σημασία του ρόλου του Κρόιφ στη λειτουργικότητα της ομάδας, η οποία κινήθηκε πιο ελεύθερα. Πλέον αυτός ήταν ο μοναδικός της ηγέτης.

Η ομάδα του Αίαντα κατέκτησε δύο σερί ντάμπλ ενώ ταυτόχρονα οι επιτυχίες συνεχίστηκαν στην Ευρώπη με την κατάκτηση του Κυπέλου Πρωταθλητριών το 1972 εναντίον της Ίντερ (2-0, δύο δικά του γκολ), ένα Διηπειρωτικό το 1972 εναντίον της Ιντεπεντιέντε Αβεγιανέδα αλλά και ένα τρίτο συνεχόμενο Κύπελλο Πρωταθλητριών το 1973 με την Γιουβέντους (1-0).

Την περίοδο εκείνη ο Γιόχαν Κρόιφ κατέκτησε δύο φορές την Χρυσή Μπάλα (1971, 1973), σφραγίζοντας τη θέση του στην αιωνιότητα από μόλις την ηλικία των 26 χρονών.

Ο Κρόιφ με την Χρυσή Μπάλα, την σύζυγό του, Ντάνι Κόστερ και τον γιό του, Γιόρντι (1971)

Βέβαια κανένας δεν θα περίμενε την συνέχεια, όταν δύο πόρτες άνοιξαν για τον Γιόχαν Κρόιφ. Δύο πόρτες που του επέτρεψαν να αφήσει το στίγμα του μια και καλή. Εκείνος έπρεπε να πάρει μια απόφαση.

Και όταν υπήρξαν δύσκολες αποφάσεις και στιγμές στην ζωή του, ο Κρόιφ πάντα ήξερε σε ποιον να αναφερθεί.

«Λίγο καιρό μετά την ταφή του, άρχισα να του μιλάω κάθε φορά που περνούσα από το κοιμητήριο, είτε περπατώντας, είτε με ποδήλατο, είτε με το αυτοκίνητο. Το έκανα αυτό για πολύ καιρό μετά τον θάνατό του. Στην αρχή του μιλούσα για το σχολείο, αργότερα όμως, όταν έπαιζα στον Άγιαξ, του μιλούσα κυρίως για το ποδόσφαιρο: Τι βλάκας ήταν ο διαιτητής, πώς είχα βάλει τα γκολ μου, τέτοια πράγματα. Με τα χρόνια οι συζητήσεις μας άλλαξαν, αλλά ποτέ δεν σταμάτησαν. Πάντα πήγαινα να του μιλήσω για να ζητήσω τη συμβουλή του κάθε φορά που έπρεπε να πάρω μια δύσκολη απόφαση στη ζωή μου.»

«Τον ρωτούσα: Λοιπόν, εσύ τι λες, μπαμπά;»

«Και το επόμενο πρωί ξυπνούσα και ήξερα τι έπρεπε να κάνω.»

Οι Μπλαουγκράνα και η “παγκόσμια” πορτοκαλί φανέλα (1973-1978):

Ο Κρόιφ με την φανέλα της Μπαρτσελόνα (1973)

Αυτό που έκανε τον Κρόιφ κορυφαίο ως παίκτη δεν ήταν μόνο ο τρόπος που αγωνιζόταν, αλλά η επίγνωση του γηπέδου και η επιρροή του στην ανάπτυξη του παιχνιδιού που τον χαρακτήριζε. Καινοτόμος και ιδεαλιστής. Πάνω από όλα όμως, ασυμβίβαστος.

Γι’ αυτό και όταν η Ρεάλ Μαδρίτης πλησίασε τον Ολλανδό εκείνος αρνήθηκε. «Ο κόσμος έλεγε ότι πηγαίνω σε μια φασιστική χώρα» είχε πει χρόνια μετά.

«Ο πρόεδρος του Άγιαξ ήθελε να με πουλήσει στην Ρεάλ Μαδρίτης. Γεννήθηκα λίγο μετά τον πόλεμο και μου ήταν δύσκολο να μη δέχομαι απλά τα πάντα. Η Μπαρτσελόνα δεν ήταν στο ίδιο επίπεδο με την Ρεάλ Μαδρίτη στο ποδόσφαιρο, αλλά ήταν μια πρόκληση να παίξω για ένα σύλλογο της Καταλωνίας. Η Μπαρτσελόνα ήταν κάτι παραπάνω από σύλλογος»

Και για να είμαστε και ειλικρινής, οι πιθανότητες να δεχόταν ο Κρόιφ, από όλα τα άτομα στον κόσμο, να παίξει για την ομάδα του δικτάτορα Φράνκο ήταν εξαιρετικά χαμηλές.

Στις 13 Αυγούστου του 1973 λοιπόν, πληρώνοντας ένα εκατομμύριο δολάρια, ποσό ανύπαρκτο για την εποχή, η Μπαρτσελόνα κάνει επίσημα δικό της τον Γιόχαν Κρόιφ.

Οι Μπλαουγκράνα τότε είχαν να πάρουν το πρωτάθλημα από την σεζόν 1959/60. Η μεταγραφή του Κρόιφ όμως θα άλλαζε για πάντα τα δεδομένα του συλλόγου. Στη Μπαρτσελόνα επίσης, ο Κρόιφ θα επανενωθεί με τον προπονητή Ρίνους Μίχελς, φιγούρα που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην μεταγραφή του Ολλανδού.

Αυτοί οι δύο φέρανε μαζί το Total Football στην Ισπανία.

Ο Κρόιφ μαζί με τον Μίχελς στην Μπαρτσελόνα (1973)

Μετά από πολλές συζητήσεις και διαφωνίες μεταξύ Άγιαξ και Μπαρτσελόνα, ο Ολλανδός έκανε το ντεμπούτο του στις 28 Οκτωβρίου, φορώντας το νούμερο 9, καθώς η Ισπανία δεν επέτρεπε στους παίχτες της βασικής εντεκάδας να φοράνε άλλους αριθμούς πέρα από το 1 ως το 11.

Ο Ισπανικός Τύπος είχε το πρόσωπό του πάνω στο πρωτοσέλιδο της εφημερίδας με τίτλο από πάνω: «Ο μόνος που μπορεί να την σώσει από το χάος».

Και αυτό ακριβώς έκανε. Με τον πρώτο αντίπαλο να είναι η Γρανάδα, ο Κρόιφ σημείωσε δύο τέρματα στη νίκη με 4–0. Ύστερα θα έλεγε κάποιος ότι η Μπαρτσελόνα λογικό θα ήταν να δυσκολευτεί στην πρώτη σεζόν με τον Κρόιφ, άλλωστε, το πλάνο φτιαχνόταν σιγά σιγά για τα επόμενα χρόνια.

Έλα όμως που μέχρι την τελευταία αγωνιστική οι Μπλαουγκράνα σημείωσαν 24 αήττητους αγώνες με 18 νίκες, κερδίζοντας το πρωτάθλημα και “σκοτώνοντας” την Ρεάλ Μαδρίτης 5-0 μέσα στην σεζόν.

Εκείνη την σεζόν ήταν που για πολλούς ο «Ιπτάμενος Ολλανδός» γεννήθηκε, καθώς στις 22 Δεκεμβρίου 1973, στον πρώτο αγώνα με την Ατλέτικο Μαδρίτης, ο Κρόιφ σκόραρε το Le but impossible de Cruyff («το αδύνατο γκολ του Κρόιφ»).

Πήδηξε στον αέρα, γύρισε το σώμα του έτσι ώστε να απομακρύνεται από την εστία και κλώτσησε τη μπάλα με τη δεξιά πτέρνα.

Ο «Ιπτάμενος Ολλανδός» γεννιέται (1973)

Τότε ήταν που έφτασε η ώρα του Παγκοσμίου Κυπέλου του 1974.

Ο Κρόιφ φυσικά και αποτέλεσε μέλος της αποστολής με τον Μίχελς να κοουτσάρει την ομάδα. Σε αυτή τη διοργάνωση, η ολλανδική ομάδα έκανε μία μνημειώδη εμφάνιση του «Total Football» που τους έδωσε το ψευδώνυμο «Clockwork Orange».

Η εντεκάδα της Ολλανδίας το 1974 με τον Κρόιφ αρχηγό

Η Ολλανδία συμμετείχε σε όμιλο με τη Σουηδία, τη Βουλγαρία και την Ουρουγουάη. Το πρώτο της παιχνίδι εναντίον των Νοτιοαμερικανών ήταν μία άνετη νίκη με 2–0, το παιχνίδι με τη Σουηδία τελείωσε χωρίς σκορ (0–0) ενώ απέναντι στη Βουλγαρία οι Ολλανδοί ήταν επιβλητικοί σημειώνοντας τέσσερα γκολ (4-0).

Στη δεύτερη φάση των ομίλων, η Ολλανδία συνέτριψε την Αργεντινή, κερδίζοντας με 4–0. Στον τρίτο αγώνα που θα καθόριζε και τις προκρίσεις, οι «Οράνιε» και η παγκόσμια πρωταθλήτρια Βραζιλία έδωσαν μεταξύ τους τη μεγάλη μάχη για την πρωτιά στον όμιλο και το εισιτήριο για τον τελικό καθώς ως τότε ήταν και οι δύο αήττητοι.

Με ένα δικό του γκολ και ένα του Γιόχαν Νέσκενς η Ολλανδία πέρασε δικαιωματικά στον τελικό με τους Βραζιλιάνους να αναγκάζονται να παίξουν ένα παθητικό παιχνίδι.

Είχε έρθει η ώρα για τον τελικό.

Ο Κρόιφ με τον Φράντς Μπεκενμπάουερ πριν τον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλου (1974)

Ογδόντα χιλιάδες θεατές, στο Ολυμπιακό Στάδιο του Μονάχου είδαν τους Ολλανδούς να κάνουν τη σέντρα, να αλλάζουν 16 φορές την μπάλα και μετά να κερδίζουν πέναλτι σε ανατροπή του Κρόιφ από τον Χένες, πριν συμπληρωθεί το πρώτο λεπτό.

Κανένας Δυτικογερμανός δεν είχε προλάβει έως τότε να ακουμπήσει την μπάλα. Ο Γιόχαν Νέσκενς εκτέλεσε το πέναλτι και μόλις στο δεύτερο λεπτό η Ολλανδία έκανε το 1-0. Στο 25ο λεπτό όμως η Ολλανδία ισοφαρίστηκε με νέο πέναλτι του Πάουλ Μπράιτνερ και με τον Γκερντ Μίλερ αργότερα να σκοράρει το τελευταίο του διεθνές γκολ, κάνοντας το 1-2 δύο λεπτά πριν τελειώσει το ημίχρονο.

Παρά το εντυπωσιακό ποδόσφαιρο της Ολλανδίας, δεν κατάφεραν να ξανασκοράρουν, χάνοντας έτσι τον τελικό και κερδίζοντας το προσωνύμιο «Βασίλισσα χωρίς στέμμα».

Ο ίδιος ο Κρόιφ αντιμετώπισε, ωστόσο, την ήττα λέγοντας:

«Χάσαμε το πιο σημαντικό παιχνίδι της ζωής μας, αλλά νομίζω πως αυτό μας έφερε μεγαλύτερη δόξα απ’ όση θα μας έφερνε η νίκη. Διότι όλοι ήθελαν να μας δουν να κερδίζουμε κι η ήττα έφερε ακόμα μεγαλύτερη προσοχή, συμπάθεια και δέσιμο. Για τέσσερις εβδομάδες κανείς δεν μιλούσε για νίκη ή ήττα, αλλά όλοι ήθελαν να δουν το ποδόσφαιρο που παίζαμε».

«Δεν είναι δικαιολογία, είναι αλήθεια: το αποτέλεσμα του τελικού δεν με ενοχλεί».

Η ζωή συνεχίστηκε στην Μπαρτσελόνα με την υποδοχή του ήρωα Κρόιφ μετά το Παγκόσμιο.

Μετά το θάνατο του δικτάτορα Φράνκο τον Νοέμβριο του 1975, η χώρα είχε εισέλθει σε μια δύσκολη μετάβαση προς τη δημοκρατία.

Το διοικητικό συμβούλιο της Μπαρτσελόνα τότε, με επικεφαλής τον πρόεδρο Αγκούστι Μοντάλ Κόστα, αισθάνθηκε την ευκαιρία να εκφράσει τα φιλελεύθερα και καταλανικά συναισθήματα, που ήταν πάντα στο επίκεντρο του συλλόγου.

Στις 21 Ιουλίου 1975, με τον Φράνκο να είναι ακόμα ζωντανός, ο Όμιλος είχε επαναφέρει την Καταλανική ως επίσημη γλώσσα του ιδρύματος αλλά στις 28 Δεκεμβρίου από την κρατική τηλεόραση είχαν απαγορευθεί οι καταλανικές σημαίες στο στάδιο κατά τη διάρκεια ενός αγώνα “κλάσικο”  εναντίον της Ρεάλ Μαδρίτης.

Το διοικητικό συμβούλιο όμως δεν έβλεπε κανένα πρόβλημα να επιτρέψει στον αρχηγό της Μπαρτσελόνα να εκφράσει την εθνική ταυτότητα του συλλόγου, ως φορέας που οκτώ χρόνια προηγουμένως είχε οριστεί ως «κάτι περισσότερο από έναν σύλλογο» από τον τότε πρόεδρο Νάρκισους ντε Καρέρας.

Έτσι, την πρώτη ημέρα του Φεβρουαρίου του 1976 με μια άλλη ομάδα με έντονη αίσθηση εθνικής ταυτότητας, την Ατλέτικο Μπιλμπάο, ως αντίπαλο στο Κάμπ Νου, ο Γιόχαν Κρόιφ, φόρεσε το περιβραχιόνιο του αρχηγού με την καταλανική σημαία.

Η μέρα ολοκληρώθηκε με το νικηφόρο 2-1, με έναν ιδιαίτερα ενθουσιώδη Κρόιφ να εμπνέει την ομάδα του στη νίκη.

Στο σωματείο της Καταλονίας αγωνίστηκε για περίπου πέντε χρόνια ενώ δεν συμμετείχε σε αγώνες του Κυπέλλου τα τέσσερα πρώτα χρόνια, καθώς δεν επιτρεπόταν η συμμετοχή ξένων ποδοσφαιριστών στη διοργάνωση μέχρι το 1977.

Τη σεζόν 1977/78 ο Κρόιφ κέρδισε το Κύπελο Ισπανίας με την Μπαρτσελόνα, το τελευταίο του κύπελο ως κάτοικος Καταλονίας. Είχε σημειώσει 85 τέρματα σε 227 επίσημους αγώνες.

Το καλοκαίρι του 1978, ο 31χρονος τότε Ολλανδός δεν συμμετείχε στο Παγκόσμιο Κύπελο της Αργεντινής εκείνην την χρονιά, χωρίς κάποιον φανερό λόγο.

Αργότερα, αποφάσισε απρόσμενα να θέσει τέρμα στην καριέρα του ενώ ο Ρίνους Μίχελς απολύθηκε από τον πάγκο της Μπαρτσελόνα, συμβολίζοντας το τέλος μιας εποχής.

Γεννήθηκαν φήμες πως υπήρξε ρήξη με την Ομοσπονδία των Ολλανδών, για εμπλοκές χορηγών, ενώ άλλοι απέδωσαν την κίνησή του σε προσωπικό πολιτικό ακτιβισμό εις βάρος της FIFA που άναψε το πράσινο φως για τη διοργάνωση του Παγκοσμίου Κυπέλλου στην Αργεντινή «νομιμοποιώντας» κατά έναν τρόπο τη χούντα που είχε επιβάλει στη χώρα ο Βιδέλα.

Η πραγματικότητα ήταν σοκαριστική.

Σχεδόν τριάντα χρόνια μετά, ο Κρόιφ αποκάλυψε την αλήθεια. «Ήρθε η ώρα να μάθετε ότι είχα προβλήματα στο τέλος της καριέρας μου ως παίκτης στη Μπαρτσελόνα και δεν ξέρετε ότι κάποιος μου έβαλε ένα τουφέκι στο κεφάλι και με έδεσε μαζί με τη γυναίκα μου μπροστά στα παιδιά μας στο διαμέρισμά μας στη Βαρκελώνη. Τα παιδιά έκτοτε πήγαιναν στο σχολείο συνοδευόμενα από την αστυνομία».

«Αστυνομικοί κοιμούνταν στο σπίτι μας τρεις-τέσσερις μήνες. Πήγαινα σε αγώνες με σωματοφύλακα. Όλα αυτά αλλάζουν την άποψή σου για πολλά πράγματα. Υπάρχουν στιγμές στη ζωή που υπάρχουν άλλες αξίες. Θέλαμε να το σταματήσουμε αυτό και να είμαστε λίγο πιο λογικοί. Ήταν η στιγμή να φύγω από το ποδόσφαιρο και δεν μπορούσα να παίξω στο Παγκόσμιο Κύπελλο μετά από αυτό».

Όμως οι κακές επενδύσεις και η λύση της συνεργασίας του με τους προσωπικούς του σωματοφύλακες, άναψαν ξανά την φλόγα αγάπης για το ποδόσφαιρο. Και πλέον δεν θα το έκανε μόνο για τον εαυτό του, αλλά επειδή τώρα έπρεπε να φροντίσει και την οικογένειά του.

Η επιστροφή και τα τελευταία χρόνια (1979-1984):

Ο Γιόχαν Κρόιφ με την φανέλα των Λος Άντζελες Άζτεκς (1979)

Τα χρόνια του Κρόιφ στην Αμερική δεν είναι αξιοσημείωτα λόγω κάποιας τρομερής διάκρισης του (που το έκανε και αυτό), αλλά περισσότερο λόγω της επιρροής του σε ένα κοινό το οποίο είχε αρχίσει να δίνει περισσότερο ενδιαφέρον στο ποδόσφαιρο. Θυμίζουμε ότι το 1980 ο Πελέ είχε μόλις αποχωρήσει από την Νιου Γιορκ Κόσμος.

Προσωπικά, θα έλεγα ότι θυμίζει την Οδύσσεια, μόνο που ο τελικός προορισμός δεν ήταν η Ιθάκη, αλλά το Άμστερνταμ.

Μετά την γρήγορη επαναφορά του στην ενεργό δράση, ο Κρόιφ υπέγραψε με τους Λος Άντζελες Άζτεκς, μια κίνηση που προκάλεσε σοκ σε όλο τον πλανήτη. Εκεί, επανενώθηκε για δεύτερη φορά με τον Ρίνους Μίχελς και κέρδισε τον τίτλο του καλύτερου παίκτη του NASL το 1979 έχοντας σημειώσει 13 τέρματα και έχοντας δώσει 13 ασίστ στους 23 αγώνες πρωταθλήματος.

Η παρουσία του στο σύλλογο προσέλκυσε μεγάλο αριθμό Αμερικανών φιλάθλων, με τη μέση παρουσία στους αγώνες να αυξάνεται από 9.301 το 1978 σε 14.334 το 1979.

Ωστόσο, παρά την επιρροή του, ο σύλλογος αντιμετώπισε οικονομικά προβλήματα στο τέλος της χρονιάς και εξαγοράστηκε από Μεξικανούς επενδυτές. Η επιθυμία τους όχι μόνο να μειώσουν το κόστος αλλά και να χτίσουν την ομάδα από παίκτες από την πατρίδα τους, οδήγησε στην απόφαση πώλησής του.

Αποτέλεσμα ήταν η μεταγραφή του στους Ουάσινγκτον Ντίπλοματς. Η σύντομη παραμονή του σχετίστηκε με τις δυσκολίες προσαρμογής του στον τεχνητό χλοοτάπητα, στοιχείο εντελώς άγνωστο στην Ευρώπη.

Ο ίδιος είχε 10 γκολ και 20 ασίστ (δεύτερος στο πρωτάθλημα μέχρι το τέλος της χρονιάς), η ομάδα έφτασε στα πλέι οφ, αλλά έχασε από τους Άζτεκς (την προηγούμενη ομάδα του) στους προημιτελικούς. Συμπεριλήφθηκε επίσης στην καλύτερη ομάδα του πρωταθλήματος.

Το 1981, ο Κρόιφ σόκαρε ξανά το κοινό αφού επανήλθε αγωνιστικά στην Ευρώπη στην ισπανική Λεβάντε, η οποία αγωνιζόταν στη δεύτερη κατηγορία του ισπανικού πρωταθλήματος, υπογράφοντας συμβόλαιο τεσσάρων μηνών.

Με την φανέλα της Λεβάντε (1981)

Ο Κρόιφ σημείωσε δέκα αγώνες πρωταθλήματος και δύο γκολ. Η παρουσία του συνοδεύτηκε από αύξηση των εισιτηρίων αλλά όχι με την άνοδο της ομάδας στην πρώτη κατηγορία. Αποτέλεσμα ήταν για ακόμα μια φορά, η αδυναμία του συλλόγου στην εκπλήρωση των οικονομικών υποχρεώσεών του. Ο Κρόιφ έμεινε χωρίς ομάδα για ακόμα μια φορά.

Το καλοκαίρι του 1981, άνοιξε μια ακόμα πόρτα στον Κρόιφ, μια που γνώριζε πολύ καλά.

Η συμφωνία εκπληρώθηκε με γρήγορους ρυθμούς και στις 6 Δεκεμβρίου 1981 με αντίπαλο τη Χάαρλεμ, ο «Ιπτάμενος Ολλανδός» φόρεσε το νούμερο 14 και την φανέλα του Άγιαξ για ακόμα μια φορά. 12.000 θεατές τον είδαν να γυρνάει και να σκοράρει εναντίον της Χάαρλεμ, πανικός στην Ολλανδία.

Ο Γιόχαν Κρόιφ γύρισε.

Ο Γιόχαν Κρόιφ στα 34 του χρόνια με την φανέλα του Άγιαξ (1981)

Με την άφιξή του, η ομάδα από την τρίτη θέση στο βαθμολογικό πίνακα το χειμώνα της πρώτης χρονιάς 1982–83 κατέκτησε το πρωτάθλημα έχοντας συντελεστή τερμάτων 117–42.

Επιπλέον, πέτυχε και το τελευταίο γκολ στον τελικό του Ολλανδικού Κυπέλλου έναντι της Ενεσέ Ναϊμέχεν κατακτώντας το νταμπλ. Ήθελε να συνεχίσει ακόμα περισσότερο, να δει περισσότερες δόξες.

Όμως επειδή ο Κρόιφ είχε φτάσει πλέον 36 χρονών, η διοίκηση, η οποία ήθελε να τον πουλήσει, αρνήθηκε να ανταποκριθεί στις οικονομικές απαιτήσεις του, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί μια σύγκρουση μεταξύ παίχτη και διοίκησης.

Αποτέλεσμα ήταν η αποδέσμευσή του από τον Αίαντα το 1983, με την απογοήτευση να είναι μεγάλη στο Ολλανδικό κοινό.

Δεν δέχτηκε την ασέβεια στα 16 του, δεν υπήρχε περίπτωση να την δεχτεί στα 36 του.

Το ίδιο καλοκαίρι, ο Κρόιφ ήρθε σε συμφωνία με τη χειρότερη εχθρό του Άγιαξ, την Φέγενορντ, βάζοντας φωτιά στον Ολλανδικό Τύπο. Η μεταγραφή δεν ήταν εύκολη υπόθεση, όχι μόνο για τον ίδιο αλλά περισσότερο για τους φιλάθλους της νέας ομάδας.

Πολλοί φίλοι της ομάδας δεν μπορούσαν να στηρίξουν τον Κρόιφ ως παίχτη της Φέγενορντ, ιδικά όταν ο ίδιος είχε αποτελέσει τη σημαία του Αίαντα για περίπου μια δεκαετία.

Τον αποκάλεσαν μέχρι και “μισθοφόρο”.

Το γεγονός ότι παρά το καλό ξεκίνημα, οι οπαδοί της Φέγενορντ είδαν την ομάδα να συντρίβεται με 8–2 από τη μεγάλη αντίπαλο στο πρώτο ντέρμπι χειροτέρεψε τα πράγματα.

Η κατάσταση βελτιώθηκε με μία σειρά 15 αγώνων χωρίς ήττα και τη νίκη στο ντέρμπι-ρεβάνς με 4–1 με τον Κρόιφ να σημειώνει ένα τέρμα.

Στο τέλος της σεζόν, στην οποία ο Κρόιφ έπαιζε περισσότερο σαν μέσος παρά επιθετικός,η Φέγενορντ πήρε το ντάμπλ, ο δε Κρόιφ αποθεώθηκε και ανακηρύχθηκε καλύτερος ποδοσφαιριστής στην Ολλανδία για πέμπτη φορά στην καριέρα του.

Στις 13 Μαΐου 1984, έπαιξε τον τελευταίο επίσημο αγώνα της ποδοσφαιρικής του καριέρας στο Ντε Κάιπ. Το ολλανδικό πρωτάθλημα είχε ήδη κριθεί, οπότε η συνάντηση απέναντι στην ΠΕΚ Ζβόλε αφορούσε στον αποχαιρετισμό του Ολλανδού παίκτη.

Μετά από ένα γκολ που σημείωσε, ο Κρόιφ έκανε νόημα στον διαιτητή ότι ήρθε η ώρα να αποχωρήσει από την επαγγελματική του καριέρα ως παίκτης. Ο διαιτητής του έδειξε συμβολικά κόκκινη κάρτα.

Οι συμπαίκτες τον ανύψωσαν στους ώμους τους, και έτσι βίωσε τα τελευταία λεπτά της ποδοσφαιρικής του διαδρομής. Ως ένας απόλυτος θρύλος και ως ο καλύτερος Ολλανδός ποδοσφαιριστής που έζησε.

Ο Κρόιφ στην τελευταία του εμφάνιση ως ποδοσφαιριστής (1984)

Το τέλος ενός θρύλου και μιας ολόκληρης εποχής.

Κλείνοντας την καριέρα του είχε σημειώσει 405 τέρματα σε επίσημους αγώνες, ενώ συμπεριλαμβανομένων και των φιλικών το γενικό σύνολο είναι 594 γκολ (10 μόνο με πέναλτι) και 358 ασίστ σε 566 εμφανίσεις. Μετράει εννέα πρωταθλήματα και έξι κύπελα Ολλανδίας, τρία κύπελλα πρωταθλητριών, δύο ευρωπαϊκά Σούπερ Καπ, ένα Διηπειρωτικό Κύπελλο και ένα πρωτάθλημα και κύπελο Ισπανίας.

Όμως ο «Ιπτάμενος Ολλανδός» δεν είχε πει ακόμα την τελευταία του λέξη στον κόσμο του ποδοσφαίρου.

Όταν ο «Ιπτάμενος Ολλανδός» φόρεσε γραβάτα και κοστούμι (1985-2013):

Ο Κρόιφ στον πάγκο της Μπαρτσελόνα (1989)

Η αλήθεια είναι ότι ο Γιόχαν Κρόιφ είχε πάντα το στοιχείο του προπονητή, από μόλις τις ημέρες που έπαιζε στον Άγιαξ. Ήταν γραμμένο στον τρόπο που κυκλοφορούσε στο γήπεδο, στο πως επικοινωνούσε και καθοδηγούσε τους συμπαίχτες του.

Το 1985 ο Ajax, με τον οποίο ο Κρόιφ είχε διατηρήσει καλές σχέσεις, του έδωσε ρόλο προπονητή χωρίς να είχε επίσημο προπονητικό δίπλωμα.

Ο ίδιος υποστήριζε μάλιστα ότι ο πραγματικός πρωτοκλασάτος προπονητής, είναι αυτός που βελτιώνει τις αποδόσεις των παιχτών του και όχι αυτός που κατέχει ένα κομμάτι χαρτί με μια σφραγίδα πάνω.

Και έτσι λοιπόν, ο «Ιπτάμενος Ολλανδός» φόρεσε ένα κοστούμι και ξεκίνησε την προπονητική του σταδιοδρομία.

Ενώ η τάση στη δεκαετία του 1980 ευνοούσε όλο και πιο αμυντικούς σχηματισμούς, ο Κρόιφ υιοθέτησε ένα τολμηρό 3–4–3 με έναν από τους μέσους να έχει καθαρά ανασταλτική λειτουργία. Η προπονητική του φιλοσοφία εμπεριείχε ως σημαντικό συστατικό της τη δουλειά των παικτών του στα αδύναμα σημεία τους.

Περνούσε πολλές ώρες με τους παίκτες μεμονωμένα προσπαθώντας να τους βοηθήσει να ξεπεράσουν τις αδυναμίες τους.

Στην αγωνιστική περίοδο 1985/86 ο Άγιαξ έπαιξε το γνωστό επιθετικό ποδόσφαιρο που υποστήριζε ο νέος προπονητής σημειώνοντας 120 τέρματα σε 34 αγωνιστικές στο πρωτάθλημα έχοντας θετικό ισοζύγιο 85 γκολ, αλλά ισοβάθμησε με την Αϊντχόφεν και έχασε τον τίτλο παρά τη μεγάλη διαφορά τερμάτων. 

Παρά την απογοήτευση, η ομάδα του Κρόιφ ανέβαινε με κάθε μέρα που περνούσε. Εκεί ήταν που αναδείχτηκε ένα ακόμα ταλέντο του Ολλανδού: Η ανακάλυψη νέων ταλέντων.

Από την στιγμή που πάτησε πόδι στην ομάδα, ο Κρόιφ βασιζόταν στην ακαδημία του Άγιαξ για την πρόσληψη παιχτών. Και έτσι ο τρομερός Ολλανδός, ανακάλυψε μια τριάδα φωτιά που θα άλλαζε ξανά την ιστορία του Άγιαξ.

Toν 22χρονο τότε Φρανκ Ράικαρτ, τον οποίο μετακίνησε στη μεσαία γραμμή, από τη θέση του ανασταλτικού χαφ, όπου έπαιζε μέχρι τότε, αλλάζοντάς του την καριέρα για πάντα.

Τον 21χρονο Μάρκο φαν Μπάστεν, στον οποίο δίδαξε τον τρόπο να επιβιώσει στον κόσμο του ποδοσφαίρου βοηθώντας «να καταστεί ανθεκτικός στο στρες».

Τέλος, τον 16χρονο τότε πιτσιρικά, Ντένις Μπέργκαμπ, τον οποίο βοήθησε να κάνει το επαγγελματικό του ντεμπούτο με την ανδρική ομάδα την σεζόν 1986/87.

Σε συνδυασμό με το Total Football του Κρόιφ, ο Άγιαξ ήταν έτοιμος να φτιάξει μια ακόμα δυναστεία.

Η ομάδα του Άγιαξ την σεζόν 1986/87

Την σεζόν 1986/87, ο Άγιαξ δεν κατάφερε να πάρει το Έρεντιβιζι, όμως κατέκτησε το Κύπελλο Ολλανδίας και τέλος, το Κύπελλο Κυπελλούχων Ευρώπης, περνώντας την Μπούρσασπορ, Ολυμπιακό, Μάλμε ΦΦ, Ρεάλ Σαραγόσα και στον τελικό της Αθήνας, την 1. ΦΚ Λοκομοτίβ Λειψίας.

Ο Αίαντας έφτασε και πάλι στον τελικό της διοργάνωσης το 1988 αλλά αυτή τη φορά ηττήθηκε από τη βελγική Μέχελεν στο Στρασβούργο ενώ δεν μπόρεσε ποτέ να κατακτήσει το πρωτάθλημα.

Ο Κρόιφ αποχώρησε εν τέλει από τον Άγιαξ και πάτησε πόδι ξανά σε γνώριμα μέρη, αυτά της Καταλονίας και συγκεκριμένα, της Βαρκελώνης.

O Kρόιφ σε αγώνα της Μπαρτσελόνα το 1988. Στο βάθος αριστερά ο Τόνι Μρπούινς Σλοτ και δεξιά πάνω ο Κάρλς Ρέξαχ

Υπέγραψε συμβόλαιο στις 4 Μαΐου 1988 για την αγωνιστική περίοδο 1988–89, αυτή τη φορά για να αναλάβει το νέο του ρόλο ως προπονητής της πρώτης ομάδας στοχεύοντας να σπάσει την κυριαρχία της Ρεάλ Μαδρίτης, που είχε κατακτήσει πέντε διαδοχικά πρωταθλήματα.

«Δεν υπόσχομαι τίτλους, αλλά θέαμα. Ο στόχος μου είναι να γεμίσω ένα γήπεδο που ήταν άδειο την τελευταία σεζόν». Αυτά ήταν λίγα από τα λόγια του στους συνάδελφούς του.

Ο σύλλογος είχε οικονομικά χρέη, τα αποτελέσματα ήταν άσχημα, η ατμόσφαιρα κακή και η προσέλευση του κόσμου χαμηλή.

H Mπαρτσελόνα, μόλις 15 χρόνια μετά το τελευταίο της πρωτάθλημα το 1974, είχε καταφέρει να το ξανακερδίσει μόλις μια ακόμα φορά το 1985. Δεν είχε φτάσει καν σε μια κατάκτηση Κυπέλου Πρωταθλητριών, είχε φτάσει μόνο στον τελικό του 1986. Μιλάμε για μια τελείως διαφορετική Μπαρτσελόνα εκείνη την εποχή.

Ο μεγάλος Γιόχαν όμως είχε ένα όραμα.

Ανανέωσε τον τρόπο παιχνιδιού της Μπαρτσελόνα εφαρμόζοντας το ελκυστικό του ποδόσφαιρο στην ουσία του οποίου ήταν η υπεροχή της κατοχής της μπάλας και η επιθετική πρωτοβουλία. Βελτίωσε τον τρόπο με τον οποίο η Μπαρτσελόνα επιθυμούσε την ανάπτυξη του παιχνιδιού, χρησιμοποίησε εναλλακτικά και το σύστημα 4–3–3 και η ομάδα θαυμάστηκε για τον τρόπο παιχνιδιού της.

Αυτό δεν συνέβη μόνο με την πρώτη ομάδα: οι ομάδες των μικρότερων τμημάτων αναδιοργανώθηκαν, άρχισαν να λειτουργούν με τη νοοτροπία του και έδειξαν επίσης το ίδιο επιθετικό χαρακτήρα παιχνιδιού, κάτι που διευκόλυνε νέους και εφεδρικούς παίκτες να κάνουν τη μετάβαση στην πρώτη ομάδα.

Κατάργησε επίσης τον κανόνα της ακαδημίας που απαιτούσε από τους παίχτες της να έχουν φτάσει τουλάχιστον τα 1.80μ. μέχρι τα 15 τους χρόνια ώστε να συνεχίζουν να παίζουνε. Από αυτό ωφελήθηκε ο τότε μικρός Πεπ Γκουαρντιόλα, ο οποίος έκλαιγε να του δώσουνε μια ακόμα ευκαιρία καθώς ο ίδιος δεν είχε φτάσει το επιθυμητό ύψος.

Το κλάμα του Γκουαρντιόλα ήταν και η πρώτη γνωριμία του Κρόιφ με αυτόν τον κανόνα, για αυτό και τον έκοψε σχεδόν αμέσως, παρά τις πολλές αντιρρήσεις.

Έτσι, ο Ολλανδός ξεκίνησε με νέους παίκτες τους οποίους προώθησε στην πρώτη ομάδα, χρειάστηκε να διώξει 15 ποδοσφαιριστές από την πρώτη του χρονιά, ενώ 12 νέοι ήρθαν στην ομάδα και ταυτόχρονα προχώρησε στην απόκτηση εγχώριων παιχτών σημαντικής αξίας και ξένους κορυφαίας κλάσης όπως τον Χρίστο Στόιτσκοφ, τον παλιό του γνώριμο Ντένις Μπέργκαμπ, τον Ρόναλντ Κούμαν και τον Ρομάριο δημιουργώντας μια καινούρια ομάδα.

Ξεκινώντας από την προπόνηση, ο κανόνας ήταν ένας σύμφωνα με τον Κρόιφ: «αν έχεις την μπάλα πρέπει να κάνεις το γήπεδο όσο το δυνατόν μεγαλύτερο, και αν δεν έχεις την μπάλα πρέπει να το κάνεις όσο το δυνατόν μικρότερο» παρέμεινε αναλλοίωτη.

Τα χαρακτηριστικά παιχνιδιού όμως της ομάδας δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως «Total Football», καθώς δεν βασίζονταν στις εναλλαγές των θέσεων των παικτών αλλά στον τρόπο λειτουργίας τους με τη μπάλα. Ήταν κάτι μοναδικό αυτήν τη φορά.

Την πρώτη χρονιά του Ολλανδού η Μπαρτσελόνα ανέβηκε στη δεύτερη θέση του πρωταθλήματος, ενώ ο πρώτος τίτλος ήρθε το 1989–90 με την κατάκτηση του Κυπέλλου Ισπανίας νικώντας στον τελικό τη Ρεάλ Μαδρίτης με 2–0, νίκη εφαλτήριο για τις επόμενες διακρίσεις.

Την ίδια περίοδο, οι Μπλαουγκράνα έφτασαν ως τον τελικό του Κύπελλο Κυπελλούχων Ευρώπης, κερδίζοντας την ΟΚ Σαμπντόρια στον τελικό 2-0. Η «Dream Team» είχε μόλις ξεκινήσει.

Και τότε, το απόλυτο σκοτάδι χτύπησε κατακέφαλα τον Κρόιφ.

Τον Φεβρουάριο του 1991 ένιωσε έναν βαρύ πόνο στην καρδιά του. Έμφραγμα.

Αμέσως μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο για να υποβληθεί σε εξετάσεις. Συγγενείς, φίλοι, παίχτες, οπαδοί της Μπαρτσελόνα αλλά και μέλη της προπονητικής ομάδας ήρθαν γρήγορα στο νοσοκομείο για να δούν τι συμβαίνει.

Δημοσιογράφοι και τηλεοπτικά κανάλια βιντεοσκοπούσαν τις στιγμές καρέ καρέ με όλον τον κόσμο να ξεσπά σε πανικό όταν οι γιατροί ανακοίνωσαν πως θα προχωρήσουν σε εγχείρηση bypass, μια συχνή χειρουργική επέμβαση καρδιάς που στοχεύει στη βελτίωση της παροχής αίματος στον καρδιακό μυ.

Μάλιστα, ο καρδιολόγος Μάριο Πετί είχε ακούσει την εξής πρόταση πριν ξεκινήσει η επέμβαση: «Γιατρέ, θα μπορούσες να πεις ότι είσαι ο μοναδικός άνθρωπος πάνω στη Γη που άγγιξε την καρδιά του Κρόιφ».

Τρεις ώρες μετά, ο Γιόχαν ξύπνησε και όλα πια ήταν ξεκάθαρα. Ο καπνός που κατανάλωνε τόσα χρόνια τον είχε προδώσει.

Το πρώτο πράγμα που ακούει από τον γιατρό του, Μάριο Πετί, είναι ότι αν θέλει να επιστρέψει στους πάγκους και, πιο σημαντικό, να συνεχίσει να ζει, θα πρέπει να κόψει το κάπνισμα.

Για να αντικαταστήσει την κακή συνήθεια όμως, ο Κρόιφ χρειαζόταν κάτι άλλο. Τουλάχιστον κάτι που να τον ηρεμούσε λίγο. Και αυτά ήταν τα Chupa-Chups.

O Kρόιφ με ένα γλειφιτζούρι Chupa-Chups στην επιστροφή του στους πάγκους (1991)

Η ομάδα τότε κατέκτησε δύο πρωταθλήματα στη σειρά (1991-92), δύο Σούπερ Καπ Ισπανίας (1991-92) πριν φτάσει στον στόχο που ήθελε μια ζωή. Στις 20 Μαΐου 1992 στο Λονδίνο, 25.000 οπαδοί συνόδευσαν την Μπαρτσελόνα στο Στάδιο Γουέμπλεϊ.

Είχε περάσει την ΦΚ Χάνσα Ρόστοκ, την Καϊζερσλάουτερν και ήταν η κορυφαία στον όμιλό της. Θα έπαιζε τον τρίτο της συνολικά τελικό (φιναλίστ 1961 και 1986) στο “τελευταίο” Κύπελο Πρωταθλητριών (την επόμενη σεζόν το όνομα άλλαξε σε Τσάμπιονς Λίγκ) με αντίπαλο ξανά την Σαμπντόρια.

Την ήξεραν πολύ καλά την ιστορία οι παίκτες της Μπαρτσελόνα και την ξέρανε ακόμα καλύτερα και οι οπαδοί της. Πολλοί από αυτούς μάλιστα είχαν ζήσει και τους δύο χαμένους τελικούς. Μάλιστα αντίπαλοι οπαδοί είχαν βγει και στο πρωτάθλημα και στον δρόμο για τον τελικό χλευάζοντας την Μπαρτσελόνα, δίνοντάς τους το κλασικό όνομα “Losers”. Αλλά ο Κρόιφ δεν πρόκειται να δεχτεί αυτόν τον τίτλο.

Ξανά. Δεν τον δέχτηκε με τον Άγιαξ πριν τόσα χρόνια, δεν θα τον δεχτεί όταν έχει ξανά φτάσει τόσο κοντά.

Και στα ξαφνικά όμως, εκεί που οι παίχτες περιμένουν τις οδηγίες του Κρόιφ όταν καθίσανε όλοι μαζί στα αποδυτήρια, αγχωμένοι και ελαφρά φοβισμένοι, μόνο μια πρόταση ξεστόμισε ο Ολλανδός. Μόνο μια πρόταση που μπορούσε να σπάσει τον πάγο.

«Chavales. Salir al campo y disfrutad».

Παιδιά. Βγείτε στο γήπεδο και απολαύστε το.

Ξαφνικά μπαίνουν με άλλο αέρα στο γήπεδο, τα πόδια τους έχουν αποκτήσει φτερά. Το μάτς συνεχίζεται και μπαίνει στην παράταση. Και οι δύο ομάδες τα έχουν δώσει όλα. Ο Κρόιφ μένει με τα χέρια στις τσέπες, όρθιος, ψύχραιμος. Ένα φάουλ έξω από την μεγάλη περιοχή στέλνει τον Κούμαν για την εκτέλεση ενώ το ρολόι φτάνει στο 111′. Ήταν εξαντλημένος, όπως και οι υπόλοιποι. Στο μυαλό του μπορούσαν όμως να ακουστούν τα λόγια του Κρόιφ.

«Para marcar debes chutar»

Για να σκοράρεις, πρέπει να σουτάρεις. Και ο Κούμαν αυτό ακριβώς έκανε.

Η κατάρα έσπασε. Ο Κρόιφ αποθεώθηκε ξανά. Και η Μπαρτσελόνα δεν θα ήταν ποτέ ξανά η ίδια.

O Κρόιφ με τους παίχτες του στην Μπαρτσελόνα μετά τον τελικό του Κυπέλου Πρωταθλητριών (1992)

Τις σεζόν 1992/93 και 1993/94 η Μπαρτσελόνα κέρδισε ξανά το πρωτάθλημα, ένα Σούπερ Κύπελο Ισπανίας το 1994 και ένα UEFA Σούπερ Καπ το 1992.

Όμως κάθε αυτοκρατορία κάποια στιγμή τελειώνει.

Η απρόσμενη συντριβή από τη Μίλαν με 4–0 στον τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ το 1994 στην ουσία κατέστρεψε το «Dream Team» των Μπλαουγκράνα. Το 1996, έπειτα από δύο απανωτές και αναπάντεχες εντός έδρας ήττες από τη Ρεάλ Μπέτις και την Ατλέτικο Μαδρίτης, έχοντας μείνει άτιτλος για δύο συνεχόμενες σεζόν, ο Ολλανδός τεχνικός απομακρύνθηκε από την τεχνική ηγεσία του συλλόγου.

Το 1997 αντιμετώπισε επιπλέον καρδιολογικά προβλήματα που τον οδήγησαν στην απόφαση να απομακρυνθεί από τους πάγκους, επιστρέφοντας μόνο το 2009 για να προπονήσει την εθνική Καταλονίας για συνολικά τέσσερις αγώνες μόνο, μιας και η ομάδα δεν είναι επίσημα αναγνωρισμένη. Μάλιστα, στις 22 Δεκεμβρίου 2009 η Καταλονία σημείωσε μία αξιομνημόνευτη νίκη επί της Αργεντινής του Ντιέγκο Μαραντόνα με 4–2.

Και κάπως έτσι, ο μεγαλύτερος ασυμβίβαστος, αλαζονικός αλλά εξαιρετικά ευφυής χαρακτήρας του παγκόσμιου ποδοσφαίρου, ύψωσε το χέρι ψηλά και το 2013 χαιρέτησε το αγαπημένο του άθλημα.

Στις 24 Μαρτίου του 2016, στη Βαρκελώνη, ο Γιόχαν Κρόιφ, ο «Ιπτάμενος Ολλανδός», άφησε την τελευταία του πνοή μετά από μια δύσκολη μάχη με τον καρκίνο του πνεύμονα. Η Ντάνι Κόστερ, σύζυγος του Κρόιφ, μαζί με τον γιο τους Τζόρντι, παρευρέθηκαν στον επίσημο χώρο συλλυπητηρίων στο Καμπ Νου και στις τελετές μνήμης της Μπαρτσελόνα στον Κρόιφ.

Η Κόστερ ήταν ένας καθοριστικός άνθρωπος για τον Γιόχαν Κρόιφ καθ’ όλη τη διάρκεια του 48χρονου γάμου τους. Θεωρούνταν μια ισορροπητική, προστατευτική και επιδραστική παρουσία στη ζωή και την καριέρα του, βοηθώντας τον να διαχειρίζεται τις τεράστιες πιέσεις της φήμης. Δεν τον άφησε ποτέ μόνο. Ήταν όμως μια αρρώστια που ο ίδιος γνώριζε πως είχε πριν 18 μήνες, ενώ το κοινό το έμαθε μόλις πέντε μήνες πριν τον θάνατό του. Λογικό, ο Κρόιφ ήθελε αυτήν την μονομαχία να την κερδίσει μόνος του με τα γνωστά παιχνίδια μυαλού, τις ντρίμπλες, τα «Cruyff Turn» και όλα όσα έκανε στο γήπεδο.

Δεν τα κατάφερε όμως εναντίον των βρώμικων φάουλ της ασθένειας.

Αλλά και πάλι, εκείνος βγήκε νικητής. Άλλωστε είχε πει και ο ίδιος κάποτε.

«Δεν πιστεύω ότι θα πεθάνω, γιατί οι άνθρωποι πεθαίνουν μόνο όταν τους ξεχνούν. Εγώ θα μείνω αξέχαστος. Άρα κατά μια έννοια, είμαι αθάνατος.»

Ο λόγος που επιμένω και τον βαφτίζω ασυμβίβαστο, δεν είναι γιατί απλά ήταν. Ο Παύλος Σιδηρόπουλος ήταν στην ταινία «Ο Ασυμβίβαστος» το 1979. Μια ταινία που στην ουσία αποτελεί αυτοβιογραφία του ίδιου. Όμως ο Κρόιφ το έκανε πρώτος. Αυτός έκανε την ζωή του ταινία.

Όταν ο Γιόχαν γνώρισε τη Ντάνι, ήταν ένας νεαρός παίκτης χωρίς πολλά χρήματα. Παρ’ όλα αυτά, έκλεισε μια ολόκληρη πτέρυγα του ξενοδοχείου Amsterdam Hilton για τον γάμο τους. Και αυτό μας φέρνει στην φωτογραφία που καθορίζει τον Κρόιφ ως άνθρωπο. Όχι τα τρόπαια, όχι η Μπαρτσελόνα, όχι ο Άγιαξ.

Ο Κρόιφ με την Κόστερ στον γάμο τους το 1968

«Κοιτάζοντας μες στον καθρέφτη βλέπω ένα πρόσωπο γνωστό. Κι ίσως η ασκήμια του να φύγει μόλις πλυθώ και ξυριστώ.

Βρωμάει η ανάσα απ’ τα τσιγάρα. Βαραίνει ο νους μου απ’ τα πολλά. Στον τοίχο κάποια Μόνα-Λίζα σε φέρνει ακόμα πιο κοντά.

Να μ’ αγαπάς, όσο μπορείς, να μ’ αγαπάς. Να μ’ αγαπάς, όσο μπορείς, να μ’ αγαπάς»

Από τους στίχους του Παύλου στον Γιόχαν Κρόιφ. Πραγματικά αθάνατος.


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *