Σε ένα κατάμεστο ΣΕΦ και σε μια αναμέτρηση υψηλής έντασης και συνεχών εναλλαγών, ο Ολυμπιακός επικράτησε με 102-92 του Παναθηναϊκού στον τρίτο τελικό της Stoiximan GBL, κάνοντας αποφασιστικό βήμα για τον τίτλο, με τον Γιώργο Μπαρτζώκα να ξεχωρίζει για το εξαιρετικό κοουτσάρισμα και τη διαχείριση ενός αποδεκατισμένου ρόστερ που ανταποκρίθηκε στο μέγιστο δυνατό επίπεδο.

Οι τελικοί της Stoiximan GBL συνεχίζουν να κρατούν αμείωτο το ενδιαφέρον με Ολυμπιακό και Παναθηναϊκό να συνεχίζουν την προσωπική τους κόντρα. Όμως για ακόμα μια φορά, το φετινό σκηνικό έχει μετατοπίσει δυστυχώς τη συζήτηση αρκετά έξω από τις τέσσερις γραμμές του παρκέ. Παρ’ όλα αυτά, επειδή θέλουμε να μιλήσουμε για μπάσκετ, το πραγματικό ζητούμενο παραμένει όσα συμβαίνουν μέσα στο γήπεδο.

Σε ένα κατάμεστο ΣΕΦ και σε ένα παιχνίδι που είχε όλα τα στοιχεία ενός μεγάλου ντέρμπι, ο Ολυμπιακός επικράτησε με 102-92 του Παναθηναϊκού στον τρίτο τελικό της σειράς και απέκτησε σαφές προβάδισμα για την κατάκτηση του πρωταθλήματος. Η ένταση, ο ρυθμός και οι συνεχείς εναλλαγές στο σκορ κράτησαν το ματς ανοιχτό μέχρι το φινάλε, με τους γηπεδούχους να βρίσκουν τις λύσεις στα κρίσιμα σημεία.

Πρέπει να σημειωθεί, ότι ο Ολυμπιακός παρουσίασε εικόνα ομάδας με περιορισμένο ρόστερ, καθώς οι απουσίες διαμόρφωσαν μια ιδιαίτερα δύσκολη συνθήκη. Με μόλις 11 διαθέσιμους παίκτες και ακόμη λιγότερες πραγματικές επιλογές λόγω απουσιών και τραυματισμών, η διαχείριση έγινε απαιτητική από νωρίς.

Οι Λαρεντζάκης και Νετζήπογλου έμειναν εκτός, ο Ντόρσεϊ δεν ήταν διαθέσιμος, ενώ πρόβλημα στη μέση άφησε εκτός και τον Παπανικολάου, παρότι δοκίμασε να αγωνιστεί με ενέσεις.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το βάθος ουσιαστικά περιορίστηκε δραματικά και η ομάδα οδηγήθηκε σε μια κατάσταση οριακής επιβάρυνσης. Ωστόσο, η εικόνα στο παρκέ δεν συμβάδισε με τις δυσκολίες, καθώς η ομάδα του Πειραιά έβγαλε αντίδραση μετά την προηγούμενη ήττα στην σειρά και παρουσίασε ένα πολύ πιο συμπαγές πρόσωπο.

Ο Γιώργος Μπαρτζώκας διαχειρίστηκε το παιχνίδι με τέτοιο τρόπο που επέτρεψε στην ομάδα του να παραμείνει λειτουργική παρά τις συνθήκες, κερδίζοντας και την αναγνώριση του κόσμου που τον αποθέωσε σε διάφορες στιγμές της αναμέτρησης.

Στην αρχική πεντάδα ξεκίνησαν οι Ουόκαπ, Φουρνιέ, Γουόρντ, Βεζένκοφ και Μιλουτίνοφ, με αρκετούς εξ αυτών να σηκώνουν μεγάλο βάρος. Ο Φουρνιέ έκανε εμφάνιση ηγέτη, ολοκληρώνοντας το παιχνίδι με 27 πόντους (6/10 τρίποντα), 8 ασίστ, 3 ριμπάουντ και ένα κλέψιμο, ενώ ο Βεζένκοφ πρόσθεσε 24 πόντους με 2 ασίστ, 3 ριμπάουντ και 2 κλεψίματα, με εξαιρετική αποτελεσματικότητα κοντά στο καλάθι (7/10 δίποντα).

Καθοριστικός ήταν και ο Τάισον Γουόρντ, ο οποίος μετά την απουσία του στο προηγούμενο παιχνίδι επέστρεψε με γεμάτη παρουσία, προσφέροντας ενέργεια, άμυνα και σταθερότητα και στις δύο πλευρές του παρκέ. Πολύτιμη ήταν επίσης η συμβολή του Γουόκαπ στην οργάνωση και στα μακρινά σουτ, αλλά και του Κόρι Τζόσεφ, που έδωσε σημαντικά λεπτά ξεκούρασης και καθαρό μυαλό στην περιφέρεια.

Στη ρακέτα, ο Μιλουτίνοφ κυριάρχησε σε μεγάλο βαθμό, τελειώνοντας το ματς με 17 πόντους και γεμάτη παρουσία και στις δύο πλευρές του γηπέδου, επιβεβαιώνοντας τον ρόλο του ως σταθερό σημείο αναφοράς.

Συνολικά, ο Ολυμπιακός δεν παρασύρθηκε από τον ρυθμό του αγώνα, κράτησε τον έλεγχο των αποφάσεων και επέμεινε στο δικό του στυλ παιχνιδιού. Αυτή η πειθαρχία και η προσήλωση στο πλάνο αποδείχθηκαν καθοριστικές για την εξέλιξη του τρίτου τελικού.


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *